Δρασκέλιζα λίγα λεπτά αργότερα το κατώφλι του λεωφορείου κι άκουγα τους αλλαλαγμούς των μικρών "δαιμόνων" πίσω μου ακριβώς. Μπήκαμε σαρδελιαστά όλοι στο όχημα: ο μυστήριος με το "σωτήριο" μπράτσο του, εγώ που είχα σκαλώσει στον κιμά για το παστίτσιο και τα δύο φρενιασμένα τρελόπαιδα. Το ένα μάλιστα επέλεξε για σημείο στήριξης την άκρη από το μπουφάν μου. Το λεωφορείο άρχισε να κινείται και ο πιτσιρικάς κρεμούσε όλο του το βάρος πάνω μου. Ένοιωθα το μπουφάν να υποχωρεί λοξά σαν να διαμαρτύρεται για την ταλαιπωρία του. Οι βρεγμένες γόβες μου με εμπόδιζαν ήδη να ισορροπήσω το δικό μου βάρος. Γύρισα και κοίταξα τον ακάθεκτο πιτσιρίκο έντονα. Κι εκείνος .. σε μία στιγμή απροσδόκητη μου 'βγαλε τη γλώσσα κοροϊδευτικά κι έβαλε τα γέλια. Ε αυτό ήταν. Ο θυμός μου είχε αρχίσει να κοχλάζει. Του τράβηξα απότομα το χέρι και το απίθωσα στο πλαϊνό χερούλι. Και πάνω που σκεφτόμουν "ουφ ξεμπέρδεψα" τον είδα να μαγκώνει ξανά ... αργά και τελετουργικά την άκρη του μπουφάν μου. Έτσι όπως μόνο ένα αποθρασυμένο παιδί μπορεί να το κάνει.
Φούντωσα. Ματαίως πάσχιζα σιωπηλά να συγκρατήσω την .. αναβράζουσα οργή μου. "Έλα ... παιδί είναι και παίζει, έλεγα στον εαυτό μου. Πως κάνεις έτσι; Μίλα του όμορφα και θα καταλάβει". Η σκέψη έκανε την καλοσυνάτη μου πλευρά να υποχωρήσει. Δοκίμασα. Χαμογέλασα βεβιασμένα και ετοιμάστηκα να του ζητήσω ευγενικά να αφήσει το μπουφάν μου στην ησυχία του. Αλλά δεν πρόλαβα. Κάτι με τρύπησε απότομα στην πλάτη. Γύρισα ξαφνιασμένη αφήνοντας μία κραυγή και αντίκρυσα τον .. έτερο Καππαδόκη με ένα ξίφος στο χέρι, που η λόγχη του κάρφωνε την βρεγμένη μου πλάτη.
Πριν "σαλτάρω" εντελώς, άνοιξαν οι πόρτες για αποβίβαση επιβατών. Το λεωφορείο άδειασε και σε κείνη την μία στιγμή, που έχει κάποιος περιθώριο να καθίσει, βρήκα μία θέση κι έκανα τη χάρη στον εαυτό μου να το βουλώσει πάλι. Ο μυστήριος τακτοποιήθηκε όπως παρατήρησα δίπλα μου και ένα δευτερόλεπτο πριν εισβάλει το νέο μπουλούκι στο όχημα, τα δύο τερατίδια θρονιάστηκαν απέναντί μου. Μαύρη μου μοίρα, σκέφτηκα ενώ ακουμπούσα το χέρι στο περβάζι και τραβιόμουν ενστικτωδώς όσο μπορούσα μακρυά τους.
Διασχίσαμε σιωπηλά και ήρεμα το κέντρο της πόλης. Παρέμενα ωστόσο, με νεύρα τεντωμένα λες και ψυχανεμιζόμουν νέα επίθεση του .. εχθρού. Και πράγματι. Φτάναμε στην Αλικαρνασσό όταν το ξίφος άρχισε να στριφογυρίζει πάλι ανήσυχα στον αέρα. Στο ύψος των ματιών μου ακριβώς. Προσπάθησα να κοιτάξω έξω από το παράθυρο την καταιγίδα και να αγνοήσω όσο μπορούσα τον μικρό ... Ζορρό. Το νευροφυτικό μου σύστημα όμως, έπαιζε ταμπούρλο.
Σκεφτόμουν αυτόματα όλες τις υστερικές μητέρες που κορόιδεψα στη ζωή μου και φαντασιωνόμουν ότι τα επόμενα λεπτά σηκωνόμουν αγέρωχη και προσγείωνα στα ήδη ξαναμμένα μάγουλά τους δύο δυνατά χαστούκια. Ώσπου, μία αστραπή έσκισε το τοπίο μου έξω από το παράθυρο και η φωνή του ενός "τυράννου" ακούστηκε να λέει κάτι ασύλληπτο: ένα "μπαμπά, πότε φτάνουμε;" το οποίο απευθυνόταν στον τύπο που καθόταν πλάι μου ακριβώς. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχα καν συνδυάσει την παρουσία του με τα παιδιά. Αλλά η "αποκάλυψη" ήταν καταλύτης για όλη την σωρευμένη οργή που πάλευα να μαντρώσω τόση ώρα. Γύρισα αίφνης και χωρίς δεύτερη σκέψη, θολωμένη εντελώς, τον έλουσα με ό,τι μου 'ρθε στη γλώσσα για την αγωγή που έδωσε στα βλαστάρια του. Και σύντομα βρέθηκε να σιγοντάρει στον εξάψαλμο το μισό λεωφορείο. Τα παιδιά σηκώθηκαν αλαφιασμένα κι άρχισαν να κάνουν περισσότερη φασαρία. Η φωνή μου ανέβαζε ντεσιμπέλ και επέστρεφε σπασμένη στ' αυτιά μου. Σαν να μη χόρταινα να του φωνάζω. Σαν να με εξαγρίωνε εντελώς η σιωπή του. Κοίταζε επίμονα το πάτωμα μπροστά μας, λες και κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον συντελούνταν εκεί. Με διέκοψε η φωνή μίας ηλικιωμένης που καθόταν απέναντι:
- Τι φταίει κι αυτός; Ας όψεται η μάνα τους.
Έπιασα τον συλλογισμό αλλά δεν πρόλαβα να συνεχίσω, καθώς για πρώτη φορά τον άκουσα να ψελλίζει κάτι. Και τον άκουσα ακριβώς επειδή καθόταν δίπλα μου. Γύρισε .. με κοίταξε και μου είπε σιγανά: "Τα πήγαινα στο νοσοκομείο να τη δουν. Αλλά σήμερα δεν την πρόλαβα. Δεν τους το πα ακόμη. Δεν ξέρω πως να τους το πω".
Τον κοίταξα σαστισμένη. Λες και οι λέξεις του αδυνατούσαν να φτάσουν στο δικό μου κέντρο αντίληψης. Εμβρόντητη και με το ύφος του ανθρώπου που κάποιος του τραβάει απότομα την κουρτίνα και δυσκολεύεται να καταλάβει το νόημα όσων κλείνονταν πίσω της. Και ξαφνικά έγειρε πάνω μου και άρχισε να κλαίει.
Έμεινα καρφωμένη στη θέση μου να προσπαθώ να συλλάβω τα λεχθέντα. Τα παιδιά συνέχιζαν να σκούζουν και να αναστατώνουν τον κόσμο. Εκείνος έκλαψε για λίγο και μετά μουρμούρισε μία συγνώμη και εγκατέλειψε τον ώμο μου, μ' εκείνη την αδιόρατη ενοχή που έχουμε όταν στηριχτούμε τυχαία σ' έναν άγνωστο. Έψαχνα κάτι να του πω .. αλλά δεν ήξερα τι. Μία ντροπή ήμουν ολόκληρη.
Βαθιά χωμένη στο .. κατ' επίφαση.
Αιώνια γελασμένη στο ... φαίνεστε.
Νυν και αεί προδομένη από το ... είστε.
Μ.Κ.
Το παρόν άρθρο δημοσιεύεται στο ekriti και υπόκειται στους νόμους περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του καθ’ οιονδήποτε τρόπο χωρίς την απαραίτητη παραπομπή (link) στην ιστοσελίδα που το δημοσίευσε.