Προαύλιο γηροκομείου. Μια ηλικιωμένη κάθεται στο παγκάκι της αυλής κοιτώντας με απλανές βλέμμα μπροστά της. Ένας νεαρός επισκέπτης την πλησιάζει.
1η μέρα
-Πάλι εδώ κάθεσαι γιαγιάκα;
-Ναι
-Μόνη;
-Από τότε που μ’ έφεραν
-Ποιος;
-Δεν θυμάμαι πια
-Την άλλη φορά είπες η κόρη σου;
-Κόρη μου ήταν;
-Και τα εγγόνια σου
-Ερχόντουσαν. Τώρα όχι πια
-Είχατε μεγάλο σπίτι
-Με αυλή. Και δέντρα. Και τραγούδια
-Κι εδώ έχει αυλή και δέντρα
-Αλλά όχι πια τραγούδια
-Ο άντρας σου;
-Έφυγε πια. Πάει
-Σε παράτησαν
-Τι να προσφέρω πια;
-Έρχονται συχνά;
-Είναι μακριά. Δουλεύουν. Δεν μπορούν να’ ρχονται
-Και τα εγγόνια σου;
-Τα μεγάλωσα. Δεν τους αρέσει εδώ
-Εσένα;
-Καλά είναι.
-Τι περιμένεις πάντα εδώ έξω;
-Τίποτα. Κανείς δεν θα’ ρθει πια
-Γιατί μιλάς έτσι;
-Ένας μόνο θα’ ρθει, αλλά θα με βρει όπου και να’ μαι (μορφασμός πόνου)
-Πονάς;
-Τα πόδια μου.
-Τι έχουν;
-Φουσκώνουν
-Πως σε λένε γιαγιάκα; Δεύτερη φορά βλεπόμαστε κι ακόμα να συστηθούμε.
-Δεν θυμάμαι.
Δυο μέρες μετά
-Παίζουμε ένα παιχνίδι;
-Πάει καιρός που σταμάτησα να παίζω.
-Πόσος;
-Πολύς. Έπαιζα μικρή με μια πάνινη κούκλα.
-Πάνινη;
-Δεν είχαμε κανονικές τότε. Την είχε φέρει ο πατέρας μου απ’ τη Ρουμανία. Το κεφάλι της και τα πόδια της ήταν από γύψο. Μια μέρα πήγα να την πλύνω στη βρύση και την χάλασα. Δεν ήξερα, ήμουνα μικρή.
-Δεν πειράζει
-Η γιαγιά μου μ’ έσπασε στο ξύλο. Ήταν η κακιά γιαγιά αυτή. Από τότε έγινε ακόμα πιο κακιά.
-Άστα τώρα αυτά. Έλα να παίξουμε
-Τι παιχνίδι;
-Ένα τυχερό παιχνίδι
- Φέρνει τύχη;
-Αν είσαι τυχερός, ναι
-Τι κάνεις εκεί;
-Πάω να διαλέξω ένα Λαχείο, στο μαγαζί που είναι έξω από δω, στη γωνία.
-Θα έρθω κι εγώ;
-Μα ναι, δεν απαγορεύεται να βγαίνεις
-Πονάνε τα πόδια μου όμως. Πρήζονται.
-Επειδή κάθεσαι όλη μέρα
-Επειδή γέρασα μια ζωή
-Θα σου κάνει καλό να περπατήσεις λίγο. Έλα. Θα σε βοηθήσω εγώ.
Μια εβδομάδα μετά
-Καλώς τον
-Καλημερούδια!
-Χαμογελάς
-Ναι…
-Είσαι χαρούμενος
-Υπάρχει λόγος!
-Μπράβο. Πάντα τέτοια
-Κι εσύ θα χαμογελάσεις αν σου πω
-Εγώ ξέχασα πώς χαμογελάνε
-Κέρδισες
-Τι;
-Θυμάσαι το παιχνίδι;
-……….
-Με το Λαχείο;
-………..
-Που πήγαμε έξω στο μαγαζάκι
-Θυμάμαι τη βόλτα, τα δέντρα και τους ανθρώπους
-Κι εδώ έχει ανθρώπους
-Ναι, αλλά ανθρώπους που θα σταματήσουν σε λίγο
-(Γέλιο) Τι είναι για να σταματήσουν; Μηχανές;
-Μα ναι, δεν το’ μαθες στο σχολείο; Εγώ που δεν πήγα το ξέρω
-Λοιπόν, πας να με παρασύρεις με τα θλιμμένα σου κι ήρθα με εξαίσια νέα!
-……………..
-Κέρδισες γιαγιάκα!
-Εγώ;
-Ναι, εσύ. Όχι εγώ. Το λαχείο σου κέρδισε ...
-Α
-Λεφτά!
-Ποτέ δεν είχαμε
-Πολλά λεφτά
-Και τα λίγα μας έφταναν. Αλλά έπρεπε να μοχθήσουμε
-Πάρα πολλά λεφτά
-Λεφτά;
-Γιαγιάκα, έγινες πλούσια. Μιλάμε για αστρονομικό ποσό!
-Πλούσια;
-Δεν καταλαβαίνεις; Ναι, πλούσια
-Δεν φέρνουν την ευτυχία
-Γιαγιάκα, μπορείς τώρα να κάνεις ό, τι θέλεις
-Μα δεν μπορώ πια
-Να ζήσεις σ’ ένα άνετο, μεγάλο σπίτι, με υπηρέτες, με ό, τι ζητήσεις
-Κι εδώ καλά είναι παιδί μου
-Με ακριβά και πλούσια φαγητά
-Έχω ζάχαρο παιδί μου
-Γιαγιάκα, καταλαβαίνεις;
-(Καταφατικό κούνημα κεφαλιού)
-Τι θα τα κάνεις τόσα λεφτά; Πρέπει να σκεφτείς
-Τα παιδιά μου
-Μα αυτοί σε παρατήσαν εδώ
-Ναι
-Και δεν νοιάζονται για σένα. Δεν έρχονται ποτέ
-Θα έρθουν τώρα
-Εσύ όμως, τι θέλεις; Υπάρχει κάτι που θα ήθελες ν’ αγοράσεις;
-Ναι, κάτι…
-Πες το κι έγινε. Με τόσα λεφτά…
-Ορθοπεδικές κάλτσες. Για να μην πονάνε τα πόδια μου. Πρήζονται παιδί μου και υποφέρω.
-Μόνο κάλτσες θες γιαγιά;
- Και πόδια θέλω αλλά αυτά δεν αγοράζονται !!!
Μ.Κορνάρου
Το παρόν άρθρο δημοσιεύεται στο ekriti και υπόκειται στους νόμους περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται ρητά η αναπαραγωγή του καθ’ οιονδήποτε τρόπο χωρίς την απαραίτητη παραπομπή (link) στην ιστοσελίδα που το δημοσίευσε.