Και επιτέλους φτάνει στη στάση του λεωφορείου. Άδεια. Ψυχή τριγύρω. Στέκεται και περιμένει. Είκοσι λεπτά, μισή ώρα, τρία τέταρτα. Μπροστά του περνούν τα παιδιά του ποδηλατικού ομίλου. Σορτσάκι, κράνος και ποδήλατο. Η Τροχαία τα συνοδεύει πανευτυχής. Δράττεται της ευκαιρίας και ρωτάει τον αστυνομικό. "Α, το κέντρο κλείνει σήμερα από πορείες και διαδηλώσεις" η απάντηση. Στέκει σαν χαμένος και κοιτάζει τους ποδηλάτες που απομακρύνονται. "Πώς στην ευχή θα συμμορφωθώ στην παγκόσμια μέρα χωρίς αυτοκίνητο, όταν δεν μπορώ να φτάσω στο κέντρο;" σκέφτεται. Προσπαθεί να διατηρήσει την ψυχραιμία του. Αλλά μερικές φορές το σύμπαν, η θέση των αστερισμών και οι λοιπές ... προοδευτικές δυνάμεις δεν συνομολογούν. Ένα φορτηγό περνά δίπλα του και τον λούζει με λασπόνερα. Ανοίγει το στόμα να διαμαρτυρηθεί. Αλλά ο οδηγός είναι πιο γρήγορος. Δεύτερο "λούσιμο" ... με υβρεολόγια αυτή τη φορά. Ο ήρωάς μας είναι πια εξαντλημένος, εκνευρισμένος, ταπεινωμένος και μετανοιωμένος. Ανάθεμα στις παγκόσμιες μέρες των ανέφικτων και στην διάθεσή του να τις "υπηρετήσει", σκέφτεται.
Σταματάει το πρώτο ταξί που βρίσκει. Μπαίνει και λέει τον προορισμό. Ο οδηγός τον κοιτάζει με συμπόνοια. "Σας έβρεξαν" του λέει. "Ασυνείδητοι οδηγοί" απαντάει ο ήρωας και σκέφτεται ξανά το πάθημά του. Σε λίγο όλα διορθώνονται. Επιστρέφει στο σπίτι του. Αλλάζει ρούχα. Παίρνει το αυτοκίνητο και ξεκινάει. Η βροχή δυναμώνει. Θα καταβρέξει κι εκείνος μερικούς πεζούς αλλά βιάζεται πλέον να καλύψει τον χαμένο χρόνο για τον προορισμό του. Στο ραδιόφωνο συζητούν με περισπούδαστο ύφος οι συγκοινωνιολόγοι για την παγκόσμια μέρα χωρίς αυτοκίνητο. Πιάνει το κινητό με την έμπνευση της στιγμής. "Μιά ερώτηση μόνο, λέει στην τηλεφωνήτρια. Ρωτήστε τους συγκοινωνιολόγους που είναι στο στούντιο πώς έφτασαν σήμερα εκεί;"
Σημείωση: Οι φωτογραφίες ανήκουν σε διάσημα αυτοκίνητα "κοσμήματα εποχής".
Μ.Κ.