Η ιδεολογικοποίηση και πολιτικοποίηση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής από τον Ταγίπ Ερντογάν και η μετατροπή της σε εργαλείο για την εξυπηρέτηση εσωτερικών πολιτικών στόχων και σκοπιμοτήτων, οδηγεί την Τουρκία σε γενική ανυποληψία και την εξωτερική πολιτική της σε επικίνδυνα αδιέξοδα.
Τα όσα συνέβησαν τις τελευταίες εβδομάδες είναι ενδεικτικά για την παγίδα στην οποία έχει εγκλωβισθεί η τουρκική εξωτερική πολιτική, με κορυφαίο γεγονός, φυσικά, την αποτυχία του Ταγίπ Ερντογάν να αλλάξει την απόφαση του Ντ. Τραμπ για ενισχυση των Κούρδων της Συρίας αλλά και να εξασφαλισει την έκδοση του Φετουλάχ Γκιουλέν στην Τουρκία.
Μέσα σε λίγες εβδομάδες η Τουρκία έχει ανοίξει μέτωπα με την Ουάσιγκτον, την ΕΕ, το Βερολίνο, το Ισραήλ, το Ιράκ, είναι σε πλήρη διάσταση με τη Μόσχα σε ό,τι αφορά τη Συρία, ενώ συνεχίζει την επιθετική ρητορική και πρακτική εναντίον της Ελλάδας και της Κύπρου.
Μετά την επίσκεψη του Ταγίπ Ερντογάν στην Ουάσιγκτον, που οι εικόνες των μπράβων της τουρκικής πρεσβείας να ξυλοκοπούν ειρηνικούς διαδηλωτές, σόκαραν την αμερικανικη κοινή γνώμη, η Αγκυρα θα έχει να αντιμετωπίσει ένα ακόμη πιο αρνητικό κλίμα σε ό,τι αφορά τη συνεργασία με τις ΗΠΑ.
Ο Πούτιν
Οπως παρατηρούσε έμπειρος διπλωμάτης, «όσο ο Ερντογάν ισχυροποιείται εσωτερικά τόσο αποδυναμώνεται εξωτερικά η Τουρκία...».
Η δήλωση του Ρώσου προέδρου από το Πεκίνο, την παραμονή της συνάντησης Ερντογάν-Τραμπ στην Ουάσιγκτον, με την οποία ο κ. Πούτιν δήλωνε ότι δεν υπάρχει λόγος να προσφέρει η χώρα του όπλα στο YPG αλλά θα συνεχίσει να είναι σε επαφή με τους «κουρδικούς σχηματισμούς» που μάχονται εναντίον του ISIS στη Συρία, ουσιαστικά είχε στερήσει κάθε δυνατότητα διαπραγμάτευσης του Ερντογάν με τους Αμερικανούς. Καθώς οι Ρώσοι έστελναν το μήνυμα ότι εάν εγκαταλειφθούν οι Κούρδοι από την Ουάσιγκτον, τότε θα αναλάβουν οι ίδιοι την ενίσχυσή τους, ήταν σαφές ότι δεν υπήρχε κανένα περιθώριο στην αμερικανική κυβέρνηση να αλλάξει τη μέχρι τώρα στάση της.