Για χρόνια η παρέλαση στις εθνικές επετείους είχε χαρακτήρα μνήμης, τιμής και περηφάνιας για ένα έθνος που ήθελε να θυμάται την ιστορία του, τις νίκες του και τους αγώνες του. Παιδιά σήκωναν το κεφάλι ψηλά και βάδιζαν περήφανα, με τη σκέψη στους προγόνους που τους χάρισαν την ελευθερία της βούλησης και της πατρίδας. Γονείς έσπευδαν να τα καμαρώσουν και να χειροκροτήσουν τη συνέχεια ενός αγέρωχου λαού που αντιστάθηκε στους κατακτητές με σθένος και ψυχή ως μόνα όπλα. Δάσκαλοι και καθηγητές στέκονταν πλάι τους , κολακευμένοι από τη σκέψη πως τους εμφύσησαν ήδη στα σχολειά το υψηλό φρόνημα που κουβαλούσε ο Έλληνας ανά τους αιώνες. Όλα αυτά όμως τείνουν να γίνουν παρελθόν.
Οι σύγχρονες παρελάσεις με τις καγκελόφρακτες εξέδρες που χωρίζουν τους πολιτικούς από το λαό, με τις ... ιδιωτικές προσκλήσεις που επιλέγουν ποιός έχει δικαίωμα να παραστεί στην φρουρούμενη περιοχή και ποιός όχι, με τα παιδιά που γυρνούν με αποστροφή το κεφάλι μόλις φτάσουν στους επίσημους, με τους γονείς που παρακολουθούν άλλοτε περίλυποι κι άλλοτε προβληματισμένοι εκ του μακρόθεν τα βλαστάρια τους και με τους εκπαιδευτικούς που παρελαύνουν με πανό και συνθήματα για τη διάλυση της Παιδείας, συνθέτουν ένα σκηνικό γκρίζο και παρακμιακό. Εφάμιλλο μάλλον της γενικότερης παρακμής μας και εξίσου λυπηρό με την εικόνα της Ελλάδας.