Οι νεοέλληνες χρησιμοποιούν συχνά την έκφραση "έγινε της Κορέας" για να δείξουν πως υπήρξε κάποια σφοδρή αντιπαράθεση. Παραβλέπουν ωστόσο τη λέξη "πόλεμος" και οι περισσότεροι αγνοούν το πως αυτή η φράση ενσωματώθηκε στο λεξιλόγιό μας. Και κυρίως αγνοούν τη συμβολή της Κρήτης.
Χθες στην Σταλίδα του Ηρακλείου ο πρέσβης της Νοτίου Κορέας κ. Σιν έσφιξε συγκινημένος -εκ μέρους του λαού του- τα χέρια 100 περίπου κρητικών που πολέμησαν στην Κορέα, στον ιστορικό και σφοδρό πόλεμο που άρχισε το 1950. Πολλοί περισσότεροι ήταν οι "απόντες" στην εκδήλωση, οι κρητικοί που δεν είναι πια εν ζωή αλλά έμαθαν χρόνια πριν στους Κορεάτες, τους Κινέζους, τους Αμερικάνους και τους Ρώσους τον σεβασμό που αξίζουν οι Έλληνες στρατιώτες.
Πρόχειρο Μνημείο πεσόντων Ελλήνων στη Νότιο Κορέα στη διάρκεια του πολέμου
Στις παράτολμες μάχες των χιονισμένων λόφων της Νότιας Κορέας, οι κρητικοί κατάφεραν να κρατήσουν ανοιχτά κι αλώβητα τα πιο στρατηγικά -από πλευράς θέσεως- περάσματα. Κι όλα αυτά συνέβησαν σε ένα παράλογο πόλεμο, που δεν ήταν καν δικός τους. Δεν πήγαν καν ούτε ως εθελοντές ή μισθοφόροι -όπως στρεβλά νομίζουν κάποιοι. Τα κριτήρια επιλογής ήταν πολλαπλά κι ανάμεσά τους επιλέχτηκαν οι στρατιώτες που δεν είχαν οικογένεια, ήταν ορφανοί, ήταν πάμφτωχοι και χωρίς κλήρους γης ή είχαν ήδη χάσει αδέρφια στους προηγούμενους πολέμους. Οι άνθρωποι δηλαδή, που δεν είχαν τίποτα να τους δένει με την πατρίδα κι ήξεραν ήδη τι θα πει απώλεια θανάτου.
Η Ελλάδα είχε μόλις βγει από τις δικές της περιπέτειες. Τσακισμένη από πολέμους, φτώχεια και πείνα, έψαχνε τρόπο να επιβιώσει, δεμένη στο άρμα της συμμαχίας της με την ισχυρή Αμερική. Ταυτόχρονα οι υπερδυνάμεις (Ρωσία και ΗΠΑ) μοίραζαν σφαίρες επιρροής στον πλανήτη, κίνηση που άνοιξε τις ορέξεις του Βορειοκορεάτη προέδρου. Όλα άρχισαν όταν εκείνος συνάντησε τον Ρώσο πρόεδρο και του ανακοίνωσε πως θα εισβάλλει στην Νότιο Κορέα. Γύρω από τη σύρραξη που ακολούθησε, συσπειρώθηκαν όλες σχεδόν οι κραταιές δυνάμεις του πλανήτη, με αποτέλεσμα ο πόλεμος της Κορέας να εξελιχθεί σε σύγκρουση συμφερόντων τεράστιας σημασίας. Στο πλευρό των αμυνόμενων Νοτιοκορεατών κλήθηκε να πολεμήσει κι η Ελλάδα, μαζί με 14 ακόμη συμμαχικές των Αμερικανών χώρες.
Χειμώνας του 1950 και αρχίζουν οι επιτελείς να διαλέγουν φαντάρους από την Κρήτη για την πρώτη αποστολή στην Κορέα. Ακολούθησαν 14 (ανά εξάμηνο) μέχρι το τέλος του πολέμου. Είναι δύσκολο να πει κάποιος πόσοι κρητικοί μεταφέρθηκαν στο διάστημα των επόμενων 2 ετών στα χιονισμένα κορεάτικα πεδία μαχών. Ίσως 1500. Μπορεί και περισσότεροι. Αναλυτικές καταγραφές δεν υπήρχαν ανά περιοχή.
Το μόνο σίγουρο είναι πως σχεδόν κάθε χωριό της Κρήτης είχε τουλάχιστον ένα συμμετέχοντα. Ωστόσο, οι φαντάροι που στέλνονταν εκεί δεν είχαν κανένα να τους περιμένει πίσω στην πατρίδα. Κι αν είχαν, ο φάκελος που κάθε μήνα έφτανε με το "μισθό" των 22 δολαρίων, ήταν η μόνη "απόδειξη ζωής". Όμως οι Έλληνες, κι ιδιαίτερα οι κρητικοί, σύντομα κέρδισαν τη φήμη των καλύτερων μαχητών. Σε ένα πόλεμο με 250.000 περίπου νεκρούς κι από τις δύο πλευρές είχαν μόλις 183 θύματα. Ανάμεσά τους μετά βίας 16 μόνο παλληκάρια από την Κρήτη, που είχε αναλογικά την μεγαλύτερη συμμετοχή στην ελληνική δύναμη που εστάλη στην Κορέα.
Στο ξενοδοχείο Νανά της Σταλίδας χθες 100 περίπου βετεράνοι εκείνου του πολέμου από την Κρήτη, θυμήθηκαν τα ηρωικά τους κατορθώματα και βούρκωσαν παραλαμβάνοντας από τα χέρια του πρέσβη της Νοτίου Κορέας ένα ακόμη μετάλλιο τιμής και ανδρείας. Δεν είναι το πρώτο! Στα 64 χρόνια που ακολούθησαν από την έναρξη του πολέμου, αυτός ο μακρινός κι άγνωστος εν πολλοίς στους Έλληνες λαός, έδειξε επανειλημμένα την ευγνωμοσύνη του. Τους τίμησε, τους ευχαρίστησε, τους προσκάλεσε στην Κορέα, προσφέρθηκε να σπουδάσει τα εγγόνια τους και σε κάθε ευκαιρία δείχνει πως δεν θα ξεχάσει ποτέ τη συμβολή των Ελλήνων και κυρίως των Κρητικών στην ελευθερία του και στην εξέλιξή του.
Όμως κι εκείνοι δεν θα τον ξεχάσουν. Ο πόλεμος της Κορέας έγινε και δικός τους πόλεμος και τη φρίκη του, την κουβάλησαν σε όλη τους τη ζωή. Άλλος με τραύματα στο σώμα, άλλος με θραύσματα που μένουν ακόμη σφηνωμένα πάνω του, άλλος με τις εικόνες των νεκρών στα πεδία της μάχης κι όλοι τους με τη σκέψη των συντρόφων που δεν γύρισαν πίσω.
Προχθές ήταν στη Σταλίδα με τις οικογένειές τους, πλαισιωμένοι από παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα. Αν κάτι άκουγες συχνά στις κουβέντες τους ήταν η φράση: "Δόξα τω Θεώ, γυρίσαμε στην Κρήτη ζωντανοί".
Μ.Κ.