"ΧΡΙΣΤΕ μου, γιατί φόρεσες αυτό το πένθιμο μακρύ φουστάνι κι αυτά τ’ αγκάθια στο κεφάλι σου; Χαθήκαν τα λουλούδια;
Ή τάχατε, αν φορούσες παπαρούνες πάνου στ’ αχτένιστα μαλλιά δε θα σ’ ανοίγανε την πόρτα τ’ ουρανού;
Μη χαμογελάς που ‘χω κι εγώ δεμένο το κεφάλι. Είναι που γλίστρησα προχτές μέσα στα βάτα κυνηγώντας πεταλούδες.
Έλα να πιαστούμε απ’ το χέρι σαν παιδιά και να πάμε στους αγρούς να σε μάθω φλογέρα.
Δεν ταιριάζουν στο νέο πρόσωπο σου οι ρυτίδες της μητέρας όταν ανοίγει μια στιγμή τη δουλειά και κοιτάζει απ’ το παράθυρο το νέο φεγγάρι.
Πάμε να σου κόψω τα λυπημένα μαλλιά σου με το ίδιο μεγάλο ψαλίδι που κουρεύουν τα πρόβατα.
Και, να δεις, ο Θεός θα μας αγαπήσει, θα μας βάλει να κάτσουμε στα πόδια του και θα χαμογελάσει γλυκά καθώς εμείς θα στολίζουμε τα
μακριά μουστάκια του με μαργαρίτες."
Γιάννης Ρίτσος, Όνειρο Καλοκαιρινού μεσημεριού