- Μαμά, εκείνα τα παιδάκια γιατί κοιμούνται στο αυτοκίνητο;
- Γιατί, αγάπη μου, δεν έχουν σπίτι κι οι γονείς τους δεν έχουν δουλειά.
- Δηλαδή, μαμά, αν μείνετε χωρίς δουλειά εσύ κι ο μπαμπάς θα μείνουμε κι εμείς στο αυτοκίνητο;
Βιάζομαι να την καθησυχάσω. Ο τρόμος στα μάτια ενός παιδιού που κατακλύζεται από έννοιες που δεν μπορεί να κατανοήσει, μοιάζει με την πιο εξουθενωτική έκφανση της κρίσης μας. Ή μήπως όχι; Από χθες ξέρω πως υπάρχουν παιδιά που κοιμούνται ήδη σε ένα αυτοκίνητο. Εκεί διαβάζουν, εκεί τρώνε, εκεί κουλουριάζονται τη νύχτα για να ζεσταθούν και να κοιμηθούν. Σκέφτομαι την καθημερινότητά τους. Πώς πλένονται, πως ντύνονται, πως αντέχουν το σκοτάδι. Κι έπειτα σκέφτομαι τους γονείς. Πόση πίκρα και πόση απόγνωση έχει η ανάγκη να επιβιώνεις με τα παιδιά σου μέσα σ' ένα αυτοκίνητο.
Ξέρω πως δεν είναι οι μόνοι. Σε χίλιες γωνιές του πλανήτη βλέπω χρόνια στο δέκτη μου την φρίκη να σαρώνει τις ζωές των ανθρώπων. Τόσο που κοντεύει συχνά να μοιάζει από οικεία ως ... αδιάφορη. Μόνο που τώρα στέκεται στο δικό μας κατώφλι. Και κάθε φορά που την περιγράφω είναι σαν να νοιώθω την ανάσα της. Όχι για τα σπίτια και τα "έχει" μας αλλά γι' αυτό που κάνει στις ζωές μας. Τον τρόπο που τις γεμίζει τρόμο κι αβεβαιότητα. Γι αυτό το "σήμερον εμού, αύριον ετέρου" που σιγοψιθυρίζει στο υποσυνείδητό μας αντίστροφα. Κάτι σαν "σήμερον ετέρου, αύριον εμού". Μόνο που το "ουδέποτε τινός" ισχύει πια μόνο για τις ευθύνες ...
Μ.Κ.