Οι απίστευτα υψηλές θερμοκρασίες των τελευταίων ημερών στο Ηράκλειο, ευνοούν την απόδραση από την πόλη. Είτε προς τη θάλασσα, είτε προς την ενδοχώρα του νομού, σε περιοχές όπου το υψόμετρο ανεβαίνει.Λίγα χιλιόμετρα έξω από το Ηράκλειο, βρίσκεται το χωριό των Αρχανών το οποίο φημίζεται για τις δροσερές καλοκαιρινές του βραδιές.
Εκεί, ο θερινός δημοτικός κινηματογράφος «Ο Παράδεισος» αποτελεί αγαπημένο καλοκαιρινό μέρος συνάντησης των φίλων της έβδομης τέχνης. Όντας σινεφίλ, δεν το πολυσκέφτηκα: Έπαιζε το «Paris, Texas» του Γερμανού σκηνοθέτη, Βιμ Βέντερς, μια από τις πιο αγαπημένες μου ταινίες, την οποία ωστόσο δεν είχα καταφέρει ποτέ να απολαύσω στη μεγάλη οθόνη.
Πήρα το μπουφανάκι μου –και την παρέα μου- και πήγα στις Αρχάνες. Σ’ αυτό το σημείο θέλω να πω πως όταν βλέπω μια ταινία στο σινεμά, μου αρέσει –όπως και σε πολλούς άλλους ανθρώπους - να επικρατεί -μια σχετική- ησυχία. Δεν είμαι από αυτούς που με τον παραμικρό θόρυβο που θα κάνει ο διπλανός μου, θα γυρίσω να τον προσβάλλω.
Ωστόσο, με ενοχλεί τρομερά, όταν αυτός σπάει όσο πιο ηχηρά μπορεί με τα δόντια του, το πασατέμπο που τρώει. Ακόμη πιο πολύ μ’ ενοχλεί όταν δεν έχει το κινητό του στο αθόρυβο. Και μπορώ να πω ότι τρελαίνομαι όταν τύχει αυτό να χτυπήσει κι αυτός αντί να το κλείσει, να το σηκώσει και να απαντήσει κανονικά. Είμαι περίεργος; Ίσως…
Ωστόσο, χθες στις Αρχάνες, συνέβη το εξής τραγελαφικό: Μια παρέα αγοριών και κοριτσιών, γύρω στα 25, κάθονταν μερικές θέσεις μπροστά από μένα και την παρέα μου. Μπαίνοντας στο σινεμά, η παρέα ξεχώριζε από μακριά από τις δυνατές συνομιλίες των νεαρών και τα χαχανητά των κοριτσιών. Με το που τους παρατήρησα, μπορώ να πω ότι τους χάρηκα. Ωστόσο, δεν περίμενα ποτέ ότι τα παιδιά θα συνεχίσουν να μιλούν με το ίδιο πάθος και ένταση, και μετά την έναρξη της ταινίας. Όπερ και εγένετο, ωστόσο δεν έδωσα σημασία. Η ταινία μ’ άρεσε πάρα πολύ για να «χαλαστώ».
Μετά από περίπου 20 λεπτά, η πόρτα του σινεμά ανοίγει, το φως του «έξω κόσμου» πέφτει ενοχλητικό πάνω μας και ένας μεσήλικας φωνάζει με στεντόρεια φωνή: «Ποιος έχει παραγγείλει σουβλάκια;» Αυθόρμητα, δεν κοίταξα τον νεαρό που σήκωσε το χέρι του –ήμουνα σίγουρος ότι είναι ένα από τα παιδιά της «παρέας μας» και δυστυχώς επιβεβαιώθηκα. Αντίθετα, κοίταξα τον υπόλοιπο κόσμο γύρω μου. Οι μισοί θεατές γελούσαν, οι άλλοι μισοί κοιτούσαν αποσβολωμένοι. Γέλασα κι εγώ.
Ο νεαρός δεν κατευθύνθηκε καν προς την έξοδο, συναντήθηκε με τον ντιλιβερά στα μισά της διαδρομής. Εκεί τον πλήρωσε και πήρε τα σουβλάκιά του. Συνεχίσαμε να βλέπουμε την ταινία, μέχρι που περίπου ένα τέταρτο αργότερα και αφού είχαν φάει τα σουβλάκια τους και πιει τις μπύρες τους, τα παιδιά σηκώθηκαν και έφυγαν, καθώς –απ’ ότι φάνηκε- ο Βέντερς δεν κατάφερε να τους ικανοποιήσει.
Φυσικά, το περιστατικό ήταν αστείο. Δεν μπορεί να το αρνηθεί κανείς. Προσπάθησα να μην το σκέφτομαι μέχρι να τελειώσει η ταινία. Φεύγοντας από τις Αρχάνες, σκέφτηκα ένα μόνο πράγμα: Πόσο αληθινή είναι η –κλισέ κατά πολλούς- διαπίστωση ότι η συμπεριφορά μας προς τα υπόλοιπα κοινωνικά όντα, ο σεβασμός προς τους συνανθρώπους μας, η ικανότητα αντίληψης του που βρίσκονται τα όρια όπου η προσωπική μας ελευθερία, παραβιάζει τα δικαιώματα των άλλων, είναι θέμα παιδείας και πολιτισμού.
Ν.Α.