Μετά την επιστροφή από τον πρωινό περίπατο, τον δεύτερο καφέ και την πρώτη ανάγνωση –πέρασμα– εφημερίδων. Τα λέγαμε παλιά, τότε που ήμασταν νέοι, με τον Αλέκο Αργυροκαστρίτη, που έμεινε για πάντα νέος, αφού σκοτώθηκε μόλις στα τριάντα του. Λέγαμε πως, όπως οι θρήσκοι έχουν πρώτο τους μέλημα την ημέρα την πρωινή προσευχή, έτσι κι εμείς, οι άθρησκοι, έχουμε για πρωινή προσευχή την ανάγνωση των πρωινών εφημερίδων· τότε οι πρωινές εφημερίδες δεν έβγαιναν στα περίπτερα την ίδια ώρα με τις απογευματινές, όπως γίνεται σήμερα, τυπώνονταν και κυκλοφορούσαν με διαφορά ωρών! Αρα η διάκριση ανάμεσα σε εφημερίδες πρωινές και απογευματινές ήταν ουσιαστική.
Στον περίπατο με προσπέρασε –είδα μόνο τα οπίσθια, αλλά ήταν αρκετά!– νεαρή δορκάς: ψηλή, πάνω από ένα ογδόντα, λυγερή, σφριγηλή, εύτορνος και καλλίπυγος, όπως έγραφαν οι παλαιότεροι. Πάνινα παπούτσια εμπριμέ χωρίς κάλτσες, κολάν μαύρο, σφιχτό που να αναδεικνύει ευεργετικά για τον θεατή τις καμπύλες, μπουφάν κόκκινο, μαλλί μαύρο λίγο πιο χαμηλά από τον αυχένα. Μπήκαμε σχεδόν μαζί στην Πανεπιστημιούπολη. Κάπου εκεί με προσπέρασε και στην ελεύθερη άσφαλτο πήρε να καλπάζει αγέρωχα! Ασφαλώς και την παρακολούθησα, από τις φτέρνες, καθώς τις ανασήκωνε ανάγλυφα στον διασκελισμό, μέχρι τη λευκή κουκούλα του κόκκινου μπουφάν, καθώς ανέμιζε παράλληλα και συγχρόνως με τα μαλλιά της. Θα ’μουν ηλίθιος αν δεν την παρακολουθούσα. Την παρακολούθησα καμιά τρακοσαριά μέτρα, μέχρι την πρώτη στροφή, μετά χάθηκε.