Οι εικόνες της φρίκης είναι πάντα ίδιες. Άνθρωποι απεγνωσμένοι, που μετρούν αλλιώτικα την αξία της ανθρώπινης ζωής. Παίρνουν τα παιδιά τους –την πιο εύθραυστη «συνέχεια» τους- και τα στοιβάζουν σε σαπιοκάραβα, ελπίζοντας να τους βρουν μία νέα πατρίδα, καλύτερη από αυτή που τους γέννησε. Άνθρωποι που πληρώνουν δουλεμπόρους για να τους μεταφέρουν με κίνδυνο της ίδιας τους της ζωής σε άγνωστους προορισμούς που όσο αφιλόξενοι κι αν αποδειχτούν, πιστεύουν πως θα είναι πιο στοργικοί από τον τόπο τους. Άνθρωποι που πεθαίνουν από την πείνα στο αμπάρι κάποιας πλωτής κόλασης με το όνειρο της επόμενης καλύτερης μέρας. Κι όλα αυτά στην εποχή της αλματώδους ανάπτυξης, της τεχνολογικής εξέλιξης, στην εποχή του ίντερνετ και των Μ.Κ.Ο. για κάθε λογής .. υστέρηση. Σε μία εποχή που μοιάζει αδιανόητο η αξία της ανθρώπινης ζωής να είναι τόσο ευτελής.
Η Κρήτη απέκτησε τα τελευταία χρόνια το -θλιβερό;- προνόμιο να ζει συχνά από κοντά την απόγνωση των αυτών των ανθρώπων. Η εθνικότητά τους έπαψε να έχει σημασία. Κούρδοι, Σουδανοί, Αιγύπτιοι, Σομαλοί, Σύριοι κ.α. Έτσι κι αλλιώς η γλώσσα είναι πάντα το εμπόδιο στην επικοινωνία. Τα πρόσωπα τους όμως και κυρίως τα μάτια τους «μιλούν» την ίδια πάντα γλώσσα. Παιδιάστικα μουτράκια που γερνούν πρόωρα στις θάλασσες, στραγγισμένα από χαμόγελο, μάτια που βουρκώνουν και εκλιπαρούν για λίγη ελπίδα. Η πρώτη εικόνα που παίρνουν από την Κρήτη είναι συνήθως οι θάλαμοι των νοσοκομείων του νησιού. Εκεί αν σταθούν τυχεροί θα παραμείνουν λίγες μόνο ώρες μέχρι να ενυδατωθεί με ορούς ο καταπονημένος οργανισμός τους. Το ταξίδι στο ... όνειρο δεν προσφέρει δυστυχώς τα ανάλογα κομφόρ. Συνήθως οι δουλέμποροι δεν νοιάζονται για το αν οι επιβάτες θα μεταφερθούν ζωντανοί και υγιείς. Άλλωστε, τα ναύλα (κυνικώς) προκαταβάλλονται.
Γειά σας !! Ονομάζομαι "Πλούτο" και είμαι .. δημότης Ηρακλείου. Νιώθω την ανάγκη να ζητήσω την .. προσοχή σας και να σας ξεναγήσω (σύντομα μην ανησυχείτε) στη ζωή μου και στην πόλη μου. Θα κάνω προσπάθεια να αφήσω τους συναισθηματισμούς κατά μέρος και να μιλήσω την στυγνή γλώσσα των γεγονότων. Έμεινα .. άστεγος προ καιρού. Καλά μην τρομάζετε, δεν είναι πια τόσο τραγικό να είσαι άστεγος. Πασχίζω να λέω πως θυμάμαι "αμυδρά" την ζωή στο σπίτι μου, για να προσαρμοστώ στην νέα μου πραγματικότητα. Καμιά φορά βέβαια στα δύσκολα, ασυναίσθητα γεμίζω από "σπιτίσιες" αναμνήσεις. Θυμάμαι το ξύλινο σπιτικό μου στην άκρη του κήπου. Τα χορταστικά γεύματα και τα χαϊδολογήματα, τα γέλια των παιδιών του σπιτιού όταν έτρεχαν γύρω μου. Αλλά μετά συνειδητοποιώ πόσο μακρινό παρελθόν είναι αυτές οι .. ιστορίες και προσγειώνομαι. Πάμε στο σήμερα: Οι μέρες μου είναι πιο δύσκολες λόγω κρίσης. Περιφέρομαι τα πρωϊνά σε δρόμους και πλατείες, αναζητώντας άλλοτε λίγο φαγητό, άλλοτε μία γωνιά να ξαπλώσω στον ήλιο κι άλλοτε ένα απάνεμο μέρος να κοιμηθώ. Παρατηρώ με λύπη πόσο στωικός έγινα εγώ λόγω κρίσης και πόσο οξύθυμοι αντίθετα γίνατε όλοι εσείς. Εισπράττω καθημερινά τον θυμό, τις φωνές σας, κάποιες φορές την εχθρική σας συμπεριφορά ενώ -δεν θέλω να σας το κρύψω- βλέπω συχνά ακόμη και το πως δολοφονείτε τους ομοίους μου εν ψυχρώ. Ξέρετε, κάποτε όταν εγώ και τα φιλαράκια μου περνούσαμε το δρόμο -σαν μία άγραφη συμφωνία να υπήρχε- σταματούσατε με τα αυτοκίνητα και μας δίνατε προτεραιότητα. Ή έστω κόβατε ταχύτητα και προσέχατε μη μας χτυπήσετε. Στα δικά μας μάτια αυτό λεγόταν "ανθρώπινος πολιτισμός": ο τρόπος που σεβόσαστε το δικαίωμά μας να συνυπάρχουμε με σας. Ε λοιπόν, τις προάλλες στο πάρκο τα φιλαράκια μου είπαν: Μάγκα, ανθρώπινος πολιτισμός .. τέλος. Η ρόδα του αυτοκινήτου μαρσάρει και περνάει πάνω σου πριν πεις "κύμινο". Κι ελάτε τώρα στη θέση μου. Μας βάλατε στα ωραία σας σπίτια, μας καλομάθατε σε λουράκια, χάδια και πλούσια σε βιταμίνες γεύματα. Και μόλις άρχισε να πηγαινοέρχεται αυτή η .. Τρόικα, ανοίξατε τις πόρτες και μας πετάξατε στο ...
Οι μέρες μας γέμισαν .. γκρίζο. Φταίει η κρίση, η επικαιρότητα, τα τραγικά που συμβαίνουν γύρω μας ή ίσως να φταίει κι ο τρόπος που σιγά σιγά υιοθετήσαμε ως στάση ζωής στα τεκταινόμενα. Κι όμως. Αν έχεις όρεξη να δεις το ποτήρι μισογεμάτο υπάρχουν τρανά παραδείγματα ανθρώπων, που πάλεψαν με δυσκολίες οι οποίες ξεπερνούν σε φαντασία τα απλά και καθημερινά μας προβλήματα. Ένα τέτοιο τρανό παράδειγμα εμφανίζεται σήμερα στους ελληνικούς τηλεοπτικούς δέκτες: Ο Στήβεν Χόκινς, ο διάσημος φυσικός που κυριαρχεί με τις θεωρίες του στον αιώνα μας. Σήμερα δραπετεύει για λίγο από τα εργαστήρια και την επιστήμη του και κάνει τον guest star στην κωμική σειρά «The Big Bang Theory». Ο γνωστός καθηγητής του πανεπιστημίου του Κέμπριτζ, Δρ. Στίβεν Χόκινγκ, που από πολλούς έγκυρους επιστημονικούς κύκλους, θεωρείται το «κορυφαίο μυαλό της εποχής» έχει μία ιστορία που θα μπορούσε να αποτελεί παράδειγμα κουράγιου και θάρρους για όλους μας. Στην Κρήτη νοιώσαμε ευτυχείς προ ετών όταν μας δόθηκε η ευκαιρία να δείξουμε πόσο μας ενδιαφέρει η περίπτωση αυτού του ανθρώπου. Ξαφνιάσαμε και ξαφνιαστήκαμε από το πόσοι πήγαν να δουν από κοντά έναν επιστήμονα που δεν προσφέρει ούτε διασκέδαση, ούτε εύπεπτη γνώση. Ο διάσημος φυσικός στην μοναδική του ομιλία στην Κρήτη πριν από 12 χρόνια τράβηξε σαν μαγνήτης ένα μωσαϊκό πλήθος. Δεν ήταν κατά ανάγκη μόνο φοιτητές, καθηγητές ή άνθρωποι που σχετίζονται με την Επιστήμη και την Αστροφυσική, παρά το γεγονός ότι μόνο εκείνο το κομμάτι του ακροατηρίου του ίσως κατανόησε σε όλο το μέγεθος της την ομιλία του και την σπουδαιότητά της. Πλάι όμως σε όλους αυτούς τους «σχετικούς» του είδους βρέθηκαν άνθρωποι απλοί, σπρωγμένοι από την λαχτάρα να προσθέσουν μία πολύτιμη εμπειρία στην ζωή τους: να πουν το «είμασταν κι εμείς εκεί».
Ο «Ουτιδανός» της Οδύσσειας κατάφερε αιώνες πριν -στο Ομηρικό έπος- να τυφλώσει τον γίγαντα Πολύφημο. Και το όνομά του τότε αποδόθηκε σε ένα ακόμη τρικ του πολυμήχανου Οδυσσέα. Στις μέρες μας όμως ο «κύριος Κανένας» επανακαθορίζει τους ρόλους του και διεκδικεί όλο και μεγαλύτερη σπουδαιότητα σε μία εποχή που ακόμη και τα πιο ευφάνταστα «πρωταπριλιάτικα» μπορούν εν δυνάμει να συμβούν. Αφορμή για την .. κινηματογραφική αναφορά του "Κανενός" αντλώ από τα στοιχεία της ενδιαφέρουσας δημοσκόπησης για τα δημοτικά μας πράγματα στο Ηράκλειο και θα .. εξηγηθώ στη συνέχεια για το πως έφτασα σε τέτοιους συνειρμούς. Αλλά ας μείνουμε στην υπόθεση του " Κυρίου Κανενός". Το σενάριο της ταινίας του Πάρι Κασιδόκωστα έκανε θραύση στην Αμερική, ακριβώς επειδή βάσισε το στόρι του στην άνοδο της ασημαντότητας. Ο πρωταγωνιστής του έργου, Κέβιν Κόστνερ, ξαφνικά βρίσκεται να καθορίζει την μοίρα ενός ολόκληρου έθνους. Οι εκλογές στις ΗΠΑ κρέμονται από μια κλωστή, ή καλύτερα από μια ψήφο και εκείνος, ένας βαριεστημένος ασήμαντος ψηφοφόρος, αδιάφορος για τα κοινά και απρόθυμος να ασκήσει καν το εκλογικό του δικαίωμα βρίσκεται σε ρόλο ρυθμιστή του πολιτεύματος και της τελικής εκλογής. Γύρω του στήνεται τάχιστα ένα ιδιότυπο προεκλογικό γαϊτανάκι με τους δύο υποψηφίους για την προεδρία της υπερδύναμης, να ξεπουλούν σωρηδόν θέσεις και προγράμματα, προκειμένου να υφαρπάξουν την ψήφο του. Κ ο «κύριος Κανένας» συνειδητοποιεί σταδιακά πως -καίτοι τυχαίος και αποτυχημένος- μπορεί ξαφνικά να .. αλλάξει τον κόσμο. Τον θυμήθηκα συνειρμικά επιχειρώντας μία .. άλλη ανάγνωση στην δημοσκόπηση που ανακοινώθηκε στο ekriti.gr για τον Δήμο Ηρακλείου. Η διάθεσή μου δεν είναι να σταθώ στα ονόματα των υποψηφίων ούτε στα ποσοστά τους. Με ενδιαφέρει όμως ο … Ουτιδανός. Εκείνο το ποσοστό δηλαδή, που ενώ το ρωτούν “πόσο σας ενδιαφέρουν οι εκλογές στο Δήμο σας” απαντά «ελάχιστα» ή «καθόλου». Αυτοί οι άνθρωποι ξεπερνούν στατιστικά κάθε .. φαντασία. Φτάνουν το 45% των ερωτηθέντων, παρά κάτι δηλαδή, οι μισοί περίπου. Εν ολίγοις, ο ένας στους δύο, σε αναγωγές κατά προσέγγιση. Ομολογώ πως πασχίζω να καταλάβω το κίνητρό τους. Kαι συνάμα σκέφτομαι πως αν ήμουν υποψήφιος, αυτό το ποσοστό θα με προβλημάτιζε. Με προβληματίζει εξίσου άλλωστε, κι ως συνδημότη τους. Κι αν η απογοήτευση από την πολιτική και τους πολιτικούς είναι επαρκής εξήγηση για την πανελλαδική αποχή ή την αδιαφορία ... πότε, πως και γιατί ... "πέρασε" η ίδια λογική στην Τοπική Αυτοδιοίκηση; Κι αν πολλοί έλληνες δεν νοιάζονται για το ποιός διαμένει στο Μαξίμου, ίσως κάποτε -με δυσκολία- το χωνέψω. Όμως το να μην ενδιαφέρονται σε τέτοιο οι δημότες για το ποιός θα διαχειριστεί τις τύχες της πόλης, είναι ένα "φρέσκο" φαινόμενο που χρίζει διερεύνησης.
Την περίμενα αρκετή ώρα στον διάδρομο. Αναλογιζόμουν φουρκισμένα πόσο κυνηγητό χρειάστηκε σε τηλέφωνα και αναβληθέντα ραντεβού μέχρι να οριστεί επιτέλους αυτή η συνέντευξη. Πολυάσχολη γαρ η μανταμίτσα, αλλά εν μέρη δικαιολογημένη ένεκα των ημερών. Και επιτέλους κάνει θριαμβευτική είσοδο!! Σαν σταρ του σινεμά. Με διάφανο νεκλιζέ και σκέρτσο διάχυτο σε κάθε κίνηση. Μου βουτάει χαριτωμένα το χέρι, λέει κάτι συγνώμες στα γρήγορα και με θρονιάζει απέναντί της στο σαλονάκι. Αμήχανα παρατηρώ το διάφανο της ενδυμασίας. "Γυάλινη" εντελώς. Και ξεκινώ με την πρώτη μου αυτή σκέψη: - Εντυπωσιακές οι ενδυματολογικές προτιμήσεις σας. Σας αρέσει να μας πλανεύετε με .. διαφάνειες;
Οι φίλοι του τον έλεγαν "φιλόσοφο". Και ήταν πολλοί. Μου πήρε καιρό να μάθω ότι το όνομά του ήταν Χάρης. Κανείς δεν τον φώναζε έτσι πια. Καθόταν σιωπηλός μπροστά στις πολύβουες παρέες. Έπινε κι άκουγε. Μιλούσε μόνο όταν γούσταρε πραγματικά να πει κάτι. Για αρκετό καιρό τον θεωρούσα "υπερτιμημένο". Μέχρι που καναδυό περιστατικά με έκαναν κι άλλαξα γνώμη. Η παρέα γύρω ετερόκλητη. Κι όλο και πλήθαινε. Ένας δικηγόρος, μία μακιγιέρ, ένας επιχειρηματίας, μία διαφημίστρια, ένας πανεπιστημιακός, μία "οικοκυρά", ένας αγρότης, δύο φοιτήτριες, ο φίλος της μίας φαντάρος, ένα ζευγάρι εφοριακών και ένας μεγαλομπακάλης (ιδιοκτήτης σούπερ μάρκετ συστηνόταν) μετά της συμβίας του. Τιτίβιζαν όλοι ξέγνοιαστα για τα τρέχοντα. Μετά ήρθαν τα μεζεδάκια. Η κουβέντα αραίωσε. Η παρέα υποκλίθηκε στις γεύσεις και το κρασί προς στιγμήν, για να ξαναπιάσει την επικαιρότητα μετά με χορτάτη ... διάθεση. Από τη Eurovision μέχρι την κρίση και την Μέρκελ. Αναλύσεις, θριαμβολογίες, αφορισμοί, διαφωνίες και πάλι απ' την αρχή. Κι ο φιλόσοφος αμέτοχος. Η φοιτήτρια της κοινωνιολογίας (πολέμιος της Μέρκελ, υπέρμαχος των απανταχού αδυνάτων και λάτρης της ... Μπιγιονσέ) αποφάσισε με τον αυθορμητισμό της ηλικίας της να τον βάλει στην κουβέντα. -Κι εσείς -που σας λένε και φιλόσοφο- τι λέτε για όλα αυτα? τον ρώτησε όλο νάζι. Ξαφνικά σταμάτησαν όλοι την κουβέντα και κρεμάστηκαν στα χείλη του. Εκείνος -σαν μέγας θεατρίνος που βγαίνει στη σκηνή- δεν βιάστηκε. Άρχισε να μετατοπίζει αργά τα πιάτα από τον χώρο που βρισκόταν μπροστά του. Μετά έβγαλε τελετουργικά ένα στυλό από την τσέπη του. Κι αφού βεβαιώθηκε με μία ματιά ότι είχε την προσοχή όλων, είπε: - Έχω μία θεωρία. Την αποκαλώ θεωρία της γνώσης και της άγνοιας. Έφερε το στυλό και έφτιαξε μία κουκίδα στο χάρτινο τραπεζομάντηλο μπροστά του. - Έστω ότι εδώ έχουμε έναν άνθρωπο ανόητο. Αμόρφωτο. Αδαή. Αγνοεί τα ....
Εκείνο που, νομίζω, παρατηρεί κανείς με πρώτη ματιά στην Ουκρανία σήμερα, μετά την αιματηρή τροπή και μ’ έναν «ακήρυχτο πόλεμο» επί θύραις, είναι ότι πουθενά δεν διακρίνεται ελάχιστο δίχτυ «ιδεολογικής προστασίας»∙ κάτι που να παραπέμπει, θεωρητικά έστω, σε ένα «καλύτερο αύριο», παραπομπή που θα λειτουργεί συνεκτικά, απέναντι στο σημερινό αποσυνθετικό, διαλυτικό «ιδεολογικό χάος», από την Ουκρανία μέχρι την Αίγυπτο και τη Βενεζουέλα. Δεν είναι πως δεν καταλαβαίνουμε τα «επαναστατικά» και «εξεγερσιακά» στη σημερινή Ουκρανία, διότι εμείς, οι αριστεροί εν πάση περιπτώσει, που γαλουχηθήκαμε ιδεολογικά με τα «οράματα» του ’60, αλλιώς μάθαμε να βλέπουμε επαναστάσεις και εξεγέρσεις. Είναι πως σε στιγμές διάλυσης τα ίδια τα γεγονότα… μετατοπίζουν έννοιες και σημασίες, σε βαθμό που να μην κατανοείς παρά μόνο το περίγραμμα των εννοιών, όχι το βάθος. Πριν από χρόνια, περίπου με τη… θεμελίωση του σημερινού «ιδεολογικού χάους», ένας Χάντιγκτον μιλούσε για το «τέλος της Ιστορίας». Φοβάμαι πως η Ιστορία που ακολούθησε, διέψευσε και αυτόν και εμάς.
Η "μέρα της γυναίκας" υπήρξε πάντα ένα απειλητικό ορόσημο, απ' αυτά που αδυνατεί να συλλάβει το φτωχό μου μυαλουδάκι. Θυμάμαι την μία και μοναδική χρονιά που παρασύρθηκα και ενέδωσα στα ειωθότα. Στριμωγμένη σε ένα ασφυκτικά γεμάτο μπουζουκομάγαζο, ανάμεσα σε ξεσαλωμένες οικοκυράδες που σιχτίριζαν τους συζύγους για όσα τους στέρησε η .. παλιοζωή: Μία καριέρα αλά "δεσποινίς διευθυντής", δηλαδή, και μία τύχη αλά Τζούλια Ρόμπερτς στο "Pretty woman" με απαραίτητο τρόπαιο έναν .. Ρίτσαρντ Γκήρ και άχρηστο ντεσού το "πεζοδρομιακό" κομμάτι. Στην πίστα έβγαζαν λογύδρια κάτι "πετυχημένες" πολιτικάντισσες και κάποιες "κοινωνικά ευαίσθητες" που ξέσπαγαν την βαρεμάρα τους σε φιλανθρωπίες. Παραδίπλα η νεώτερη γενιά: ημίγυμνες πιτσιρίκες που οραματίζονταν να γίνουν μοντέλες ή να πάρουν μέρος στο "so, you think you can dance" (προφητικά .. κι ας μην υπήρχε τότε). Και στη μέση μέση του χορού μία παρέα από ... χαμένες υπάρξεις που δεν είχαν και πολύ διάθεση να ζητωκραυγάσουν τη "μέρα της γυναίκας", κάνοντας στο πίσω μέρος του μυαλού τους κάτι συνειρμούς με τις παγκόσμιες μέρες που .. αφιερώνονται υποκριτικά σε κάθε λογής άτομα με "ειδικές ανάγκες". Στο τέλος εκείνης της -κατά μία έννοια- τραγικής νύχτας σήκωσα .. βλέμμα στον Παντοδύναμο και του υποσχέθηκα σιωπηλά ένα μεγαλόπρεπο "ποτέ ξανά". Και να 'μαι σήμερα, μερικά χρόνια μετά, ένεκα της ημέρας, να ψάχνω πάλι .. γωνίες στο δεκάρικο και να αναρωτιέμαι: Υπάρχει γυναικείο πρότυπο; Εντάξει, όλες καταλάβαμε εγκαίρως ότι .. it's still a man's world αλλά όσο να πεις, άμα διεκδικείς τις ευκαιρίες σου όλο και κάτι καταφέρνεις. Όμως -πανάθεμά το- ένα γυναικείο πρότυπο δεν είχα ποτέ μου; Κατόπιν ωρίμου σκέψεως το μυαλό μου έτρεξε στη Μελίνα. Όχι τόσο στην πολιτικό, ή στην ηθοποιό, όσο στη γυναίκα. Ή έστω στο σύνολο των τριών. Στο άψογο συνταίριασμά τους. Στον τρόπο που είχε να "αγγίζει" τα πράγματα. Στην αύρα της. Στην σιγουριά που απέπνεε για όσα έλεγε, σε βαθμό που όχι μόνο σε έπειθε, αλλά σ' έκανε και να δεις τα μελλούμενα με τα δικά της μάτια. Ναι, η Μελίνα θα μπορούσε να 'ναι γυναικείο πρότυπο. Τίποτα μίζερο και τυποποιημένο. Μία γυναίκα όλο πάθος και όρεξη.
Στον τόπο μου το "αγροτικό ζήτημα" παραμένει πάντα επίκαιρο. Άλλοτε γιατί καίμε τις Νομαρχίες, άλλοτε γιατί πανωγράφουμε τα λάδια κι άλλοτε γιατί πιάνουμε τα κουμπούρια για κτηματικές διαφορές. Την τελευταία δεκαετία υποτονικότερα ίσως. Σαν κουρασμένοι πια οι αγρότες, παράτησαν τα συλλαλητήρια και ψάχνουν τρόπους επιβίωσης. Κι οι αλήθειες ή τα ψέματα βαραίνουν πάνω τους καθώς κουράστηκαν και χόρτασαν λόγια παχυλά και υποσχέσεις. Δύσκολο να μιλήσεις στους ανθρώπους των αστικών κέντρων για την ζωή των αγροτών. Σκαμμένα πρόσωπα, μαυρισμένα από τον ήλιο χέρια που αφήνουν μία αψάδα στις χαιρετούρες. Στις συνελεύσεις των συνεταιρισμών κάποτε με ξάφνιαζε το πλήθος από τις τραχιές φιγούρες τους με τα μαύρα πουκάμισα και τις πελώριες μουστάκες. Τώρα, όλο και λιγότεροι. Πιο εύκολα τους συναντάς στις λαϊκές αγορές πίσω από το ταμπελάκι "παραγωγός αγροτικών προϊόντων". Μ' ένα μόνιμα ματαιωμένο χαμόγελο, που υπολογίζει σε καθε αλισβερίσι τι ποσοστό ανήκει στην πάλαι ποτέ "Αγροτικήν Τράπεζα". Διόλου τυχαίο ίσως ότι το επιβλητικότερο εν Ηρακλείω τραπεζικό κτήριο ανήκε επί σειρά ετών στην ΑΤΕ. Οι ίδιοι άνθρωποι 30 χρόνια πριν ευτύχησαν να πιστέψουν το όνειρο του "αγροτοτουρισμού". Μόνο που οι τουρίστες τότε είχαν σακίδια κι ήταν πιο πεινασμένοι κι απ' τους ίδιους. Μετά αγάπησαν -μέσα από πολιτικές κουβέντες- την εθνοσωτήριο Ευρωπαϊκή Ένωση, που τους αγκάλιασε με κάτι ελκυστικές επιδοτήσεις "για οριστική εγκατάλειψη" ή "για "αναδιάρθρωση των καλλιεργειών". Η Μαλβαζία, το Κοτσυφάλι και το Μαντηλάρι αφανίστηκαν από την οινική παραγωγή και στη θέση τους βάλθηκαν να φυτρώνουν αμερικάνικα κλήματα. Καρυδιές και χαρουπιές ξεπαστρεύτηκαν και ρίχτηκαν όλοι με τα μούτρα στις μπανάνες και τα θερμοκήπια. Την χρυσή εποχή των ΜΟΠ ...
"Και νηστεύσας ημέρας τεσσαράκοντα, ύστερον επείνασε". ΜΑΤΘ δ.2 Κι ύστερα ερχότανε η Καθαρή Δευτέρα. Την φανταζόμουν σαν αυστηρή γεροντοκόρη με τα μαλλιά πιασμένα κότσο κι ένα φουστάνι μακρύ και κατάμαυρο. Βάδιζε καταπάνω μου μ' εκείνο το ανελέητο βλέμμα της, κουνούσε το δάκτυλο με νόημα και μου επαναλάμβανε με στεντόρεια φωνή την ίδια λέξη διαρκώς: Εγκράτεια. Την ακολουθούσε ένας συρφετός από ... όσπρια και λαχανικά. Γκρίνιαζα ασύστολα με τις φακές και τα ρεβύθια που προσγειώνονταν στο τραπέζι. Ενώ την Πέμπτη (κάθε Πέμπτη) έτρεχα να λάβω θέση πρώτη στην μεσημεριανή συνεύρεση που είχε μόνιμα ψάρια και χόρτα. Πάντα φρέσκα από τη λαϊκή αγορά, που γινόταν δύο στενά πιο κάτω. Και μια τέτοια μέρα, μία Πέμπτη, φιλεύαμε στο τραπέζι μας την Σμυρνιά γειτόνισσα. Η Σαρακοστή κόντευε στη μέση της κι εγώ ήμουν "μεθυσμένη" ήδη από τη μυρωδιά του γαύρου που τηγανιζόταν. Με πήρε στα πόδια της και με κανάκευε. - Σ' αρέσει μικρή μου η Σαρακοστή; - Όχι, κυρία Στέλλα. Μόνο τις Πέμπτες μ' αρέσει. Τις άλλες μέρες τρώμε φακές, ρεβύθια, σπανακόρυζο ... μπλιάχ - Για κάτσε να σου πω μία ιστορία μέχρι να στρωθεί το τραπέζι. Ξέρεις, η Σαρακοστή δεν ήταν πάντα έτσι. Παλιότερα ήταν μία πανέμορφη κοπέλα που γλεντοκόπαγε μέρα και νύχτα. Έτρωγε ό,τι της άρεσε, έπινε όσο ήθελε, χόρευε και γελούσε συνέχεια. Μέχρι που κάποτε βαρέθηκε. Το σώμα της βάρυνε από τα γλυκά που καταβρόχθιζε, το μυαλό της θόλωσε από το πολύ κρασί και δεν μπορούσε να χορέψει πια. Όλοι γελούσαν και την κορόιδευαν. Κι εκείνη ήταν πλέον δυστυχισμένη. Και τότε συνάντησε ένα σοφό γέροντα που της είπε τι να κάνει για να ξανακερδίσει τη χαρά. "Να νηστεύσεις και να στερηθείς" της είπε ο γέρων. Κι η Σαρακοστή, τον άκουσε. Έκοψε τα γλυκίσματα κι όσα λαχταρούσε να γευτεί. Περιορίστηκε σε λιτά κι άνοστα φαγητά. Έκοψε και το κρασί. Κάποτε και το λάδι. Το σώμα της καλοσύνεψε και το μυαλό της ξεθόλωσε. Οι διασκεδάσεις της έλειπαν αλλά έκανε υπομονή. Πέρασαν έτσι 40 μέρες. Στο τέλος τους η Σαρακοστή είχε ξαναγίνει όμορφη. Μόνο που τώρα ήταν πιο σοφή και πιο γλυκιά. Και τη μέρα του Πάσχα κάθισε στο τραπέζι να γευτεί όσα στερήθηκε. Κι όλα της φάνηκαν 100 φορές πιο νόστιμα από πριν.
Γλασέ χαρτί ήταν; Δεν είμαι σίγουρη πια. Κόλλες μεγάλες από το βιβλιοπωλείο. Να κόψουμε όμορφα σχήματα και να τα κολλήσουμε προσεκτικά να μη βρει χαραμάδες ο άνεμος. Ξυλαράκια από το μαραγκούδικο του κυρ Παναγιώτη. Να μας κυνηγάει γελώντας κάτω από τα σκονισμένα του μουστάκια. Σπάγκο ελαφρύ για τα ζύγια. Εφημερίδες ψαλιδισμένες στην ουρά. Κι η καλούμπα στεριωμένη στο κέντρο. Μέρες παλεύαμε να τον ... αναστήσουμε. Μπλεγμένα στη φαντασία μας όλα τα σύνεργα. Ψαλίδια, ξυλοκοπτική, χαρτοκοπτική. Οι τέμπερες που 'βαζαν το χρώμα. Κι η ψυχή να φτερουγάει μη βρέξει. Να 'ναι ο ουρανός του καλοτάξιδος. Να πάει ψηλά. Να δει και να μας φέρει ... κόσμους. Κι ο Θεός των ανέμων δεν είχε πάντα κατανόηση στα ντέρτια μας. Μας κρυφοκοίταζε στο δασάκι που πασχίζαμε. Κι άλλοτε γέλαγε κρατώντας την κοιλιά του με τις τρεχάλες μας. Κι άλλοτε έπαιζε μαζί μας κι αυτός, φυσώντας δυνατά τις ελπίδες μας. Και τότε η καλούμπα ξέκοβε, ανασαίνοντας ... ελευθερία. Μέναμε να τον κοιτάμε να μακραίνει, το ίδιο λεύτερα και ξέπνοα κουρασμένοι. Επιστροφή. Έψαχνα τη "γαλάζια μου σκέπη" με το βλέμμα. Να τον εντοπίσω. Να βρω πόσο αλλάργεψε και που σιμώνει. Και μόλις βράδιαζε ρωτούσα: "Φτάνει τώρα στη Σαλονίκη; Αύριο θα 'ναι στην Αγγλία; Πόσο θέλει για Αμερική;" Άσχετη στους παγκόσμιους χάρτες από τότε! Όπου δεν έφτανε το βλέμμα μου, όλα ξενιτεμένα. Έκλεινα τα μάτια και τον έβλεπα να πετά ακούραστος. Ένα τοσοδούλικο φτεράκι στον άνεμο. Η κουκίδα που 'στειλα στα πέρατα. Τότε πίστευα πως μια μέρα θα τον ξαναβρώ. θα λύσω τα ξυλίκια και θα μάθω όσα είδε. Σαν εικόνες να δίπλωνε για χάρη μου στα ζύγια. Παιδιάστικες σκέψεις ... Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός. Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη και όταν ...