Ήταν μία από κείνες τις βρεγμένες χειμωνιάτικες μέρες. Το νερό είχε περάσει πάνω μου και μέσα μου. Ένοιωθα την υγρασία στις γόβες μου, που πλατσούρισαν στις μισές λακούβες της πόλης. Στα μαλλιά μου, που φλέρταραν με το "λούζεται η αγάπη μου στον Γουαδαλκιβίρ". Στα ρούχα μου, που δεν πρόλαβαν να κρυφτούν στην κιβωτό του Νώε. Ακόμη και στο μυαλό μου, που μύριζε ... μούχλα και εκνευρισμό. Έτρεχα πανικόβλητη να χωθώ στο σταθμό του λεωφορείου. Παρασκευή μεσημέρι. "Σκέψου, έλεγα μέσα μου. Λίγη ταλαιπωρία ακόμη και σε λίγο θα είσαι σπίτι. Στα ζεστά σου. Άσε τον χειμώνα να λυσσάει. Έχεις ένα Σαββατοκύριακο μπροστά σου να καλοπιάσεις τον εαυτό σου. Βάλτου μουσικές, βιβλία, καλοριφέρ στο φουλ, κοίμησέ τον, άστον να τεμπελιάσει, φτιάξτου κι εκείνο το έρμο το παστίτσιο που τόσο πεθύμησες. Ωπ .. κιμά έχουμε;".
Κι εκεί ακριβώς .. ενώ αυτός ο εσωτερικός μονόλογος είχε κάνει στάση στην νοερή αναζήτηση του κιμά, ένιωσα ένα δυνατό σκούντημα. Τρέκλισα για λίγο και κόντεψα να χάσω την ισορροπία μου, ώσπου βρήκα ένα μπράτσο να κρατηθώ. Κοίταξα τον κάτοχό του και μου φάνηκε ... χαμένος εντελώς. Πλάι του δύο πιτσιρίκια σε κατάσταση παροξυσμού. Έτρεχαν, φώναζαν και πείραξαν όποιον έβρισκαν μπροστά τους. Εξού και το δικό μου σκούντημα. Του μουρμούρισα ένα "ευχαριστώ", με ξανακοίταξε σαν να ταξίδευε μίλια μακριά και του άφησα αμέσως το μπράτσο, μ' εκείνη την αδιόρατη ενοχή που έχουμε όταν στηριχτούμε τυχαία σ' έναν άγνωστο.