Μάθαμε να παρακολουθούμε τις τραγωδίες των ... άλλων στους τηλεοπτικούς μας δέκτες και να εθιζόμαστε στη φρίκη σαν να πρόκειται για ψεύτικα εφέ που στοχεύουν το συναίσθημά μας. Όμως η Κεφαλλονιά και όσα συμβαίνουν εκεί δύο βδομάδες τώρα δεν είναι ταινία του ... Σπήλμπεργκ. Είναι η αλήθεια της σημερινής Ελλάδας. Αυτό που συνέβη σε κείνη τη γωνιά της γης μας, θα μπορούσε να 'χει συμβεί στη γειτονιά μας. Η Κρήτη άλλωστε δεν είναι "ξένη" στον εγκέλαδο και τις συνέπειές του.
Αλλά ας δούμε μερικές αλήθειες για την Κεφαλλονιά: Άνθρωποι σαν και μας βρέθηκαν ένα μεσημέρι προ ημερών χωρίς ... σπίτι. Ο σεισμός τους πήρε αίφνης κάθε έννοια "βολέματος" βγάζοντάς τους σε δρόμους και αυτοκίνητα για να επιβιώσουν όπως όπως. Τι όμως σημαίνει πρακτικά αυτό; Σημαίνει πως το πρωί δεν ξυπνάς με καφέ στη ζεστή σου γωνιά. Ξυπνάς παγωμένος έχοντας περάσει μία ημιξάγρυπνη νύχτα, κουβαριασμένος στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Δεν έχεις την πολυτέλεια να αλλάξεις ρούχα, καθώς όλο το βιός σου βρίσκεται σε κείνο το σπίτι που οι αρμόδιοι δεν σ' αφήνουν να πλησιάσεις. Τα παιδιά σου κλαίνε και παραπονιούνται συνέχεια -άλλοτε από το κρύο κι άλλοτε επειδή είναι δύσκολο να συνηθίσουν την νέα τους πραγματικότητα. Οι ηλικιωμένοι γονείς σου είναι μία ακόμη πιο ανήσυχη κατάσταση: επιμένουν να μπουν στο "κόκκινο" σπίτι τους, γιατί δεν αντέχουν το χειμώνα και το κάθισμα του αυτοκινήτου δεν ... συντροφεύει την αρθρίτιδά τους. Περιμένεις καθημερινά εναγωνίως τα κρουαζιερόπλοια που λένε τα δελτία ειδήσεων αλλά κοιτώντας στο λιμάνι βλέπεις μόνο το κομμάτι που γκρεμίστηκε και .. πλοία πουθενά. "Aegean paradise" σκέφτεσαι. Τι ειρωνεία !!! Και ποιός στο στέλνει; Ο Ρέστης. Ας είναι. Αλλά ποιός θα πρωτομπεί εκεί;
Θυμάμαι τη φίλη μου την Κατερίνα να αφηγείται ένα περιστατικό με μαθητή της Ά Λυκείου, στο μάθημα της Ιστορίας. Κάπου στο τέλος της χρονιάς έξαλλος, επειδή ήταν αδιάβαστος, της είπε κατάμουτρα: « Έλεος, κυρία, τόσα μαθήματα έχουμε κάνει για τον Πελοποννησιακό πόλεμο και δεν έχω καταλάβει ακόμα ποιοι είναι οι καλοί και ποιοι οι κακοί… Αυτός ο Θουκυδίδης είναι τελείως άσχετος και ξενέρωτος!». Πράγματι, το παιδί είχε δίκιο. Διαβάζεις, διαβάζεις και δεν μπορείς να πας με το μέρος κανενός. Ούτε με τους Σπαρτιάτες ούτε με τους Αθηναίους ούτε με τους συμμάχους τους. Εκεί που θαυμάζεις τον Λύσανδρο, σου προκύπτει φιλαράκι των Περσών, εκεί που συμπαθείς τον Θηραμένη ανακαλύπτεις ότι είναι προδότης και στο τέλος αυτό που σου μένει είναι ένα μεγάλο κενό γεμάτο αίμα, δολοπλοκίες, βαρβαρότητα, πολιτικές ανατροπές και σφαγές, πολλές σφαγές αμάχων και συμπολιτών. Άντε, τώρα, να καταλάβει ο μαθητής ποιον θα υποστηρίξει. Αυτός τα προηγούμενα χρόνια έμαθε για καλούς Έλληνες και για κακούς «άλλους». Συνήθισε σε μια κατάσταση «Ολυμπιακός-Παναθηναϊκός». Πώς να αντιληφθεί τώρα, τον «ιστορικό υλισμό» του Θουκυδίδη… Σ΄ αυτό τον κόσμο της πόλωσης που μας έφτιαξε το «εθνικό» σχολείο και συνέχισαν τα «πατριωτικά» μίντια, χωράνε άνετα η Ρεπούση, ο Κασιδιάρης, ο Άνθιμος και ένα σωρό άλλοι «ερμηνευτές» της Ιστορίας. Δε χωράει όμως ο Θουκυδίδης, ο Χέγκελ, ο Μαρξ, ο Ένγκελς και άλλοι εκπρόσωποι της ανθρωπιστικής Ιστορίας.
Η συνέχεια της Ιστορίας δεν είναι μόνον τα μεγάλα γεγονότα. Μας σημαδεύουν και μας συνοδεύουν τα πρόσωπα, τα κτήρια, τα πράγματα, η Μνήμη από αυτά τροφοδοτείται και πυροδοτείται μαζί. Και για να μην μοιάζει με μαθητική έκθεση τούτο το κείμενο, μιλώ ευθέως για την Βικελαία. Η κουβέντα για το αν όμορφα στέκει στην ιστορική πλατεία των Λιονταριών ή όχι, αν θα έπρεπε να ανακαινιστεί έτσι ή αλλιώς, μπροστά σε τετελεσμένα γεγονότα δεν οδηγεί πουθενά. Το θέμα είναι τώρα τι κάνουμε. Και πως το ‘’νέο’’ κτήριο άμεσα θα στεγάσει τον πλούτο της πόλης, πόσο γρήγορα θα γυρίσουν στη θέση τους βιβλία και αρχεία. Χρειάζεται να θυμίσω την δωρεά Βικέλα; Ή το αρχείο και την βιβλιοθήκη των Γεωργίου και Μαρώς Σεφέρη; Για τα βιβλία των Έλλης Αλεξίου και Μάρκου Αυγέρη; Για το αρχείο Σαραντάρη; ( και ό,τι ακόμη μπορεί να αγνοούμε;) Μαζί με αυτά θα γυρίσουν και θα βρουν στέγη στη Βικελαία όλα εκείνα που δίνουν τη συνέχεια;
Πριν από πολλά χρόνια, δύο συνάδελφοι, ο Παναγιώτης, κομμουνιστής της τότε ανανέωσης, και ο Γιάννης, συντηρητικός της Δεξιάς, «αντιδικούσαν» στο γραφείο, καθένας με την ιδεολογία του, για το παρόν και το μέλλον του σύμπαντος κόσμου (κοινώς, έκαναν μεταξύ τους πλάκα…). «Ό,τι και να πιστεύεις Γιάννη, το μέλλον θα είναι κόκκινο!», θαύμασε με επαναστατικό οίστρο ο Παναγιώτης. Ο Γιάννης ατάραχος, χαμογελαστός: «Τι εννοείς δηλαδή, Παναγιώτη μου, ότι στο μέλλον όλοι θα πάσχουμε από δαλτονισμό;». Θυμήθηκα το περιστατικό (ήμουν παρών), το «κόκκινο μέλλον» του Παναγιώτη και τον «δαλτονισμό» του Γιάννη, τώρα που τα «κόκκινα» στεγαστικά δάνεια πρώτης κατοικίας (αλλά και τα ενυπόθηκα επιχειρηματικά) πάνε να βάψουν με άλλο «κόκκινο» το λίαν προσεχές μέλλον, καθώς η κυβέρνηση νομοθετεί και ρυθμίζει –μεταβατικά ή… αμετάβατα– υπό το κράτος ενός «δαλτονισμού», που θα τον έλεγα «δαλτονισμό του περίπου». Το οποίο «περίπου» –που το θεωρώ… σήμα κατατεθέν της εποχής– σημαίνει πως και η κυβέρνηση βολεύεται προσωρινά βάσει του ημεδαπού δόγματος «ουδέν μονιμότερον του προσωρινού», αλλά και οι εκτεθειμένοι στα «κόκκινα» δάνεια πολίτες, που με τα μνημόνια αυξάνονται και πληθύνονται ως οι κόκκοι της άμμου, διατηρούν την αγωνία της… ελπίδας ότι ίσως στο «περίπου» να υπάρχει και το «μπορεί, ποιος ξέρει…».
Είναι κάτι τραγούδια που τα κομποδένω ασυναίσθητα με μυρωδιές, εικόνες και αναμνήσεις. Το "Φιλεντέμ" για παράδειγμα. Μυρίζει αρνάκι στη σούβλα. Πασχαλιά και λεμονανθούς. Η Ζαμπία είναι χωμένη στο μικρό κουζινάκι και στέκεται γελαστή πάνω από το μαυροτήγανο με τις πατάτες. Το πικ-απ βγαλμένο στο δώμα. Κοιτά τους άλλους που ανακατεύουν τους δίσκους και το χρυσό της δόντι στραφταλίζει στο φως. Ώσπου, ακούγεται το Φιλεντέμ. Παρατά το τηγάνι, σκουπίζει βιαστικά τα χέρια στην ποδιά της και βάζει μία φωνή: - Τις πατάτες να κοιτάτε γιατί εγώ το Φιλεντέμ θα το χορεύω πάντα. Ανεβαίνει στο δώμα και πετάει τα παντοφλάκια της στο τελευταίο σκαλί. Βουτάει τη λαδωμένη πετσέτα, ανοίγει τα χέρια κρατώντας τις άκρες της κι αρχίζει το χορό. Χρόνια την άκουγα να μιλάει με κείνη την τσιριχτή -ενοχλητική σχεδόν- φωνή της και απορούσα πώς γλύκαινε τόσο κι άλλαζε σαν τραγουδούσε το Φιλεντέμ. Είχε τους λόγους της όμως η Ζαμπία. Χήρα με 4 παιδιά πια και 7 εγγόνια. Τον πόλεμο τον θυμάται αχνά στα μικράτα της, αλλά ήταν αιτία η πείνα και η φτώχια του και την πάντρεψαν αμέσως μετά με τον Χαραλάμπη.
Έχοντας -ομολογουμένως- καταναλώσει αρκετές θεωρίες συνομωσίας στην οθόνη κι έχοντας παρακολουθήσει αρκετό κομμάτι σχεδιασμών αγροτικής πολιτικής στις Βρυξέλλες, καταλήγω εμμονικά σχεδόν στο συμπέρασμα πως προ ετών κάποιος ιθύνων νους σχεδίαζε εμπειρικά και αριθμοσκυφτούλικα, πως θα κατανείμει την πίτα των ευρωπαϊκής παραγωγής και των πελατών της. Υποψιάζομαι μάλιστα (τύφλα να 'χει ο Σέρλοκ Χόλμς) πως ήταν μάλλον γερμανοτραφής ή έστω Βρετανός και σκέφτηκε πως αφού ο τόπος του εισάγει ... ζαρζαβατικά από τους γείτονες, καλό θα ήταν να τους αφήσει να τρώγονται ποιός θα του τα πουλήσει φθηνότερα. Πώς αλλιώς να εξηγήσω το γεγονός ότι τα κύρια επιδοτούμενα προϊόντα Γαλλίας, Ιταλίας, Ισπανίας, Ελλάδας και Τουρκίας είναι παρεμφερή; Κι ίσως να μην είχα μπει στον κόπο να τα σκέφτομαι όλα αυτά αν ζούσα στο Μπορντώ της Γαλλίας κι είχα εξασφαλίσει καλοπληρωμένο αντίτιμο για την φετινή σοδειά του κρασιού. Ίσως πάλι να μην τα σκεφτόμουν ακόμη κι αν ζούσα στον τόπο του Μπερλουσκόνι, αφού το λαδάκι μου θα 'ταν πρώτο σε εξαγωγές στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αλλά και στην .. Ιθπανία να ζούσα πάλι "ζαμάν φου" θα 'λεγα, γιατί όσο να 'ναι "τρεις το λάδι, τρεις το ξύδι, στα λεφτά μας είμαστε". Η ευτυχοδυστυχία μου όμως είναι πως ζω στην Κρήτη. Σ' αυτόν τον τόπο που πέφτει μακριά από την Αθήνα των σχεδιασμών περί αγροτικής ανάπτυξης (κοτζάμ Αιγαίο και που να τρέχεις) μ' αυτούς τους ταλαίπωρους μαυροπουκαμισάδες, που απολαμβάνουν όλοι συχνά πυκνά στις οθόνες τους, όταν κάνουν απόβαση στο κλεινόν άστυ και γίνονται .. βιντεάκια στο youtube.
Πάνε χρόνια που η Ελλάδα δεν επενδύει την εθνική προβολή στην έβδομη Τέχνη της. Ο "Ζορμπάς" του Καζαντζάκη και η Άνναμπελ με τα "μύγδαλα" κάποτε μιλούσαν για τον τόπο μας καλύτερα από χίλιες διαφημιστικές μπροσούρες. Μετά ... επενδύσαμε στις παγκοσμιοποιημένες μεθόδους και στην Ολυμπιάδα. Ενδιάμεσα όμως -γιατί πολλά γίνονται μα δεν φαίνονται- άνθρωποι που βλέπουν πέρα από τη μύτη τους προσέγγισαν σε ανύποπτο χρόνο το Γιάννη Σμαραγδή. Οι πιο εύρωστες επιχειρήσεις της Κρήτης πίσω τους. Και του ζήτησαν να φτιάξει μία ταινία για τον Γκρέκο που θα τη χρηματοδοτούσαν. Μνημείο της καλώς εννοούμενης διαφήμισης του τόπου διεθνώς. Την πάλευε τούτη την ιδέα επτά χρόνια (!!!) ο Σμαραγδής. Γύρισε τον κόσμο και έψαχνε παραγωγούς, ηθοποιούς, στοιχεία, χνάρια του Γκρέκο. " Ο Γκρέκο είναι μία μορφή που υπερασπίστηκε την Ελλάδα σε μία κρίσιμή της στιγμή, έλεγε ο σκηνοθέτης. Και κυρίως υπερασπίστηκε την Κρήτη, που υποταγμένη καθώς ήταν τότε και σκλαβωμένη, ο Γκρέκο την άφησε και πήγε στο κέντρο των κατακτητών και τους .... κατάκτησε. Αυτό θεωρώ ότι δεν είναι τελείως άσχετο με αυτό που συμβαίνει στους καιρούς μας, όπου πολλοί και με πολλούς τρόπους επιδιώκουν να μας κατακτήσουν και πρέπει και ‘μείς με την σειρά μας να βρούμε τρόπους να τους κατακτήσουμε". Λόγια και θεωρήσεις διαχρονικές που ισχύουν πιότερο από ποτέ στις μέρες μας. Κι ο Σμαραγδής δεν το είπε μόνο. Το έκανε κιόλας. Κατέκτησε αίθουσες, κριτικές, κοινό, τόπους κι ανθρώπους με τον Γκρέκο του. Λίγο πριν ξεκινήσει τα γυρίσματά του για την ταινία του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου (που χθες το Τολέδο τον θυμήθηκε πανηγυρικά) ο σκηνοθέτης ήρθε στην Κρήτη κι οργάνωσε οντισιόν για τους κομπάρσους του έργου του.
Νύχτωνε σχετικά γρήγορα όταν βρέθηκα εκεί! Το φθινόπωρο τέλειωνε και εδώ και ο χειμώνας θα άρχιζε σε λίγο! Στη μέση της διαδρομής από την Παλμύρα προς τη Δαμασκό, στο μεγαλύτερο τμήμα του ερημικού τοπίου έκανε κρύο. Σε μια στάση, προγραμματισμένη αλλά και αναγκαστική, στο ‘‘Bagdad Cafe’’, κατεβήκαμε και περπατήσαμε για λίγο στη μέση αυτής της περίεργης νύχτας. Ο διάκοσμος του καφενείου θύμιζε μέσες άκρες, κάτι απόμακρα χωριά στην οροσειρά της μακρυνής Πίνδου μερικές δεκαετίες πριν, κάποια χαλιά και κιλίμια βεδουΐνικης τεχνοτροπίας, σχημάτων και χρωμάτων, στο πάτωμα και τους τοίχους, ξύλινα αντικείμενα μπόλικα, τραπέζια, καναπέδες, καρέκλες, φωτισμός υποβλητικός σε συνδυασμό με το έντονο αραβικό στοιχείο, που σίγουρα πληροί τις προσωπικές τους συνήθειες και καθημερινές απαιτήσεις, παράλληλα με αυτές των… ευπρόσδεκτων επισκεπτών. Κι η έρημος όπως πάντα, απόλυτος κυρίαρχος του τοπίου…!
Κατέβαινα τον λόφο με την συνήθη πρωινή διάθεση. Η αίσθηση του ανθρώπου που βίαια αποχωρίστηκε το ζεστό του κρεβατάκι, επειδή ένα ρολόι διέκοψε βάρβαρα τον ύπνο του. Κι ακόμη, επειδή ένα τακτικά κρεμασμένο "πρέπει" μέσα του, επιμένει ότι το ρηθέν είναι να σηκωθεί και να ξεκινήσει για δουλειά. Κινήσεις μηχανικές ως το πάρκινγκ και μόνο ο ήλιος για την ώρα να εμφανίζεται παράφωνα κεφάτος.Και στη στροφή ίσα που πρόλαβα να τον δω. Ένας γέρος κοτσονάτος, με κρητικό κεφαλομάντηλο, βράκα σε χρώμα χακί και στιβάνια. Βγαλμένος λες από κείνες τις φολκλορικές φωτογραφίες, που κάποτε διαφήμιζαν την κρητική παράδοση. Στεκόταν αγέρωχα καταμεσής του δρόμου και μόλις πήρα τη στροφή σήκωσε την μαγκούρα του για να σταματήσει το αυτοκίνητο. Πάτησα ξαφνιασμένη το φρένο κι άρχισα τα .. γαλλικά, αλλά κοιτώντας τον να χαμογελά, ντράπηκα να του τα επαναλάβω κατάμουτρα. Ήρθε κοντά. - Κοπελιά, πάω στην πόλη. Θα με πάρεις;
Σκηνή πρωινή στο αστικό λεωφορείο. Τα καθίσματα όλα κατειλημμένα. Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι μπαίνει. Εκείνη έχει στο λαιμό εμφανές το σημάδι της τραχειοτομίας. Καταβεβλημένη. Ο σύντροφός της κουβαλάει μία βαλίτσα και προσπαθεί ταυτόχρονα να την στηρίξει. Κοιτάζει γύρω του για κενή θέση. Εν τω μεταξύ, το λεωφορείο ξεκινά και δίπλα τους ακριβώς είναι καθισμένο ένα 10χρονο παιδί. Η μητέρα του στέκει όρθια πλάι. Το βλέμμα του μικρού διασταυρώνεται φευγαλέα με εκείνο του ηλικιωμένου και το παιδί αυτόματα ετοιμάζεται να σηκωθεί και να παραχωρήσει το κάθισμά του. Αλλά στην κίνηση επάνω νοιώθει το χέρι της μητέρας του στον ώμο. Τα μάτια της εξακολουθούν να κοιτάζουν έξω από το παράθυρο αλλά το χέρι της καθηλώνει πεισματάρικα τον μικρό στο κάθισμα. Μια στιγμή αμηχανίας.
Έχουν τα αντικείμενα κομμάτια απ' την ψυχή μας; Την ιδέα μου 'βαλε ο Κ. Έχει στο πρώτο συρτάρι του γραφείου του μία πένα. Παλιά πένα. Χρονεί δύο δεκαετίες και βάλε. Έβαλε κάποτε την πρώτη του υπογραφή μ' αυτήν. Τότε δεν του 'χε καν περάσει απ' το μυαλό πως χρειάζεται μία υπογραφή με ... πένα. Κι όμως η ανάγκη προέκυψε. Έτρεξε λοιπόν με τον πρώτο μισθό να αγοράσει πένα. Μία μαύρη με επίχρυσο δέσιμο στο κέντρο της, που έπαιρνε τεράστιες αμπούλες από ένα μαβί περίεργο μελάνι. Τη στόλισε στο γραφείο του και απόμεινε να την κοιτάζει για ώρα. Μετά έβαλε εμπρός του ένα λευκό χαρτί. Τελετουργικά την κράτησε πάνω στη λευκή σελίδα προσπαθώντας να υπογράψει. Μάταια. Η πένα δεν συνεργαζόταν. Έμεινε χαραγμένο το αποτύπωμα χωρίς μελάνι στο χαρτί. Ξαναδοκίμασε. Τη γύρισε λίγο πλαγιαστά. Την πάτησε πιο δυνατά. Η πένα διαμαρτυρήθηκε και μουτζούρωσε τα πάντα. Άλλο χαρτί. Άλλη προσπάθεια. Πιό απαλά. Η πένα γελούσε και τον κορόιδευε. Μία έγραφε και μία σταματούσε. Ο Κ. εκνευρίστηκε. Της έδωσε μία και την έστειλε στο καλάθι των αχρήστων. Μετά την ξέχασε. Πιάστηκε με την δουλειά. Ανέβαλε και την υπογραφή. Το μεσημέρι ήρθε η καθαρίστρια. Την έβγαλε από το καλάθι και του είπε ολόχαρη: -Βρήκα την πένα σας.