Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίριΜουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές.
Εικόνες Φθινοπώρου στον τόπο μας κι αν κανείς τολμούσε να
παραφράσει τον Οδυσσέα Ελύτη θα πρόσθετε πως …
μουσκέψανε και οι λακκούβες των δρόμων ή τα εργοτάξια των έργων,
τόσο που να δυσανασχετούμε με τα πρωτοβρόχια ενώ θα ‘πρεπε
να απολαμβάνουμε τις εναλλαγές των εποχών (όσο ακόμη τις έχουμε).
Εξαιρουμένων των αγροτών ίσως που είδαν με χαρά τη γη
να ποτίζεται και τις ελιές να ξεδιψούν κατά πως πρέπει.
Η τύχη των καρπών τους -έτσι κι αλλιώς- είναι ένα άλλο «πονεμένο» ζήτημα.
Τα μανιφέστα της Ευρωπαϊκής Ένωσης νομιμοποίησαν από καιρό
κατά μία έννοια τις προσμίξεις ελαιολάδου με άλλα φυτικά έλαια
σε κάθε γωνιά της Ευρωπαϊκής Επικράτειας.
Εν ολίγοις, τελικές αποφάσεις καλείται να λάβει ο καταναλωτής.
Μόνη ασπίδα: η κρίση κι η ενημέρωσή μας.
Κατά που θ' απλώσουμε τα χέρια μας τώρα
που δε μας λογαριάζει πια ο καιρός; Κατά που θ' αφήσουμε τα μάτια μας τώρα
που οι μακρινές γραμμές ναυάγησαν στα σύννεφα; Με το μέτωπο στο τζάμι αγρυπνούμε την καινούργια οδύνη Δεν είναι ο θάνατος που θα μας ρίξει κάτω, μια που εσύ υπάρχεις
Οι πολιτικοί συναγελάζονται και τα κόμματα εξουσίας ... γενεθλιάζονται.
Ο Σεπτέμβρης είναι ο μήνας τους.
Και στον αντίποδα τους η μελαγχολική ραψωδία του ΕΝΦΙΑ:
ΟΙ Έλληνες καλούνται να εγκαταλείψουν το μεταπολεμικό τους
όνειρο, για "ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι τους" ή να το πληρώσουν χρυσάφι.
Η κοινωνία στενάζει από τα βάρη των φόρων κι ο αχός της
γίνεται όλο και πιο υπόκωφος.
Μοναδικά ασυγκίνητα ώτα, εκείνων που επιμένουν να σχεδιάζουν
φορομπηχτικές πολιτικές και να συναρτούν στρεβλά την ανάπτυξη
με το ξεπούλημα της χώρας.
Ζήτημα ημερών να δρομολογηθούν εξελίξεις στην υπόθεση των
υδρογονανθράκων.
Σπάνιες γαίες, ορυκτός πλούτος και θαλάσσια κοιτάσματα
παραδίδονται προς "αξιοποίηση" σε διεθνείς κολοσσούς
που υπόσχονται δουλειά στους εξαθλιωμένους ιδιοκτήτες τους.
Μια που υπάρχει αλλού ένας άνεμος για να σε ζώσει ολάκερη, Να σε ντύσει από κοντά όπως σε ντύνει από μακριά η ελπίδα μας Μια που υπάρχει αλλού Καταπράσινη πεδιάδα πέρ' από το γέλιο σου ως τον ήλιο. Λέγοντάς του εμπιστευτικά πως θα ξανασυναντηθούμε πάλι
Η χώρα εισέρχεται οδυνηρά στο πέμπτο Φθινόπωρο που τελεί υπό οικονομική επιτήρηση.
Γονατισμένη, απογοητευμένη κι αηδιασμένη από όσα .....
Οι απίστευτα υψηλές θερμοκρασίες των τελευταίων ημερών στο Ηράκλειο, ευνοούν την απόδραση από την πόλη. Είτε προς τη θάλασσα, είτε προς την ενδοχώρα του νομού, σε περιοχές όπου το υψόμετρο ανεβαίνει.Λίγα χιλιόμετρα έξω από το Ηράκλειο, βρίσκεται το χωριό των Αρχανών το οποίο φημίζεται για τις δροσερές καλοκαιρινές του βραδιές. Εκεί, ο θερινός δημοτικός κινηματογράφος «Ο Παράδεισος» αποτελεί αγαπημένο καλοκαιρινό μέρος συνάντησης των φίλων της έβδομης τέχνης. Όντας σινεφίλ, δεν το πολυσκέφτηκα: Έπαιζε το «Paris, Texas» του Γερμανού σκηνοθέτη, Βιμ Βέντερς, μια από τις πιο αγαπημένες μου ταινίες, την οποία ωστόσο δεν είχα καταφέρει ποτέ να απολαύσω στη μεγάλη οθόνη. Πήρα το μπουφανάκι μου –και την παρέα μου- και πήγα στις Αρχάνες. Σ’ αυτό το σημείο θέλω να πω πως όταν βλέπω μια ταινία στο σινεμά, μου αρέσει –όπως και σε πολλούς άλλους ανθρώπους - να επικρατεί -μια σχετική- ησυχία. Δεν είμαι από αυτούς που με τον παραμικρό θόρυβο που θα κάνει ο διπλανός μου, θα γυρίσω να τον προσβάλλω. Ωστόσο, με ενοχλεί τρομερά, όταν αυτός σπάει όσο πιο ηχηρά μπορεί με τα δόντια του, το πασατέμπο που τρώει. Ακόμη πιο πολύ μ’ ενοχλεί όταν δεν έχει το κινητό του στο αθόρυβο. Και μπορώ να πω ότι τρελαίνομαι όταν τύχει αυτό να χτυπήσει κι αυτός αντί να το κλείσει, να το σηκώσει και να απαντήσει κανονικά. Είμαι περίεργος; Ίσως… Ωστόσο, χθες στις Αρχάνες, συνέβη το εξής τραγελαφικό: Μια παρέα αγοριών και κοριτσιών, γύρω στα 25, κάθονταν μερικές θέσεις μπροστά από μένα και την παρέα μου. Μπαίνοντας στο σινεμά, η παρέα ξεχώριζε από μακριά από τις δυνατές συνομιλίες των νεαρών και τα χαχανητά των κοριτσιών. Με το που τους παρατήρησα, μπορώ να πω ότι τους χάρηκα. Ωστόσο, δεν περίμενα ποτέ ότι τα παιδιά θα συνεχίσουν να μιλούν με το ίδιο πάθος και ένταση, και μετά την έναρξη της ταινίας. Όπερ και εγένετο, ωστόσο δεν έδωσα σημασία. Η ταινία μ’ άρεσε πάρα πολύ για να «χαλαστώ». Μετά από περίπου 20 λεπτά, η πόρτα του σινεμά ανοίγει, το φως του «έξω κόσμου» πέφτει ενοχλητικό πάνω μας και ένας μεσήλικας φωνάζει με στεντόρεια φωνή: «Ποιος έχει παραγγείλει σουβλάκια;» Αυθόρμητα, δεν κοίταξα τον νεαρό που σήκωσε το χέρι του –ήμουνα σίγουρος ότι είναι ένα από τα παιδιά της «παρέας μας» και δυστυχώς επιβεβαιώθηκα. Αντίθετα, κοίταξα τον υπόλοιπο κόσμο γύρω μου. Οι μισοί θεατές γελούσαν, οι άλλοι μισοί κοιτούσαν αποσβολωμένοι. Γέλασα κι εγώ. Ο νεαρός δεν κατευθύνθηκε καν προς την έξοδο, συναντήθηκε με τον ντιλιβερά στα μισά της διαδρομής. Εκεί τον πλήρωσε και πήρε τα σουβλάκιά του. Συνεχίσαμε να βλέπουμε την ταινία, μέχρι που περίπου ένα τέταρτο αργότερα και αφού είχαν φάει τα σουβλάκια τους και πιει τις μπύρες τους, τα παιδιά σηκώθηκαν και έφυγαν, καθώς –απ’ ότι φάνηκε- ο Βέντερς δεν κατάφερε να τους ικανοποιήσει. Φυσικά, το περιστατικό ήταν αστείο. Δεν μπορεί να το αρνηθεί κανείς. Προσπάθησα να μην το σκέφτομαι μέχρι να τελειώσει η ταινία. Φεύγοντας από τις Αρχάνες, σκέφτηκα ένα μόνο πράγμα: Πόσο αληθινή είναι η –κλισέ κατά πολλούς- διαπίστωση ότι η συμπεριφορά μας προς τα υπόλοιπα κοινωνικά όντα, ο σεβασμός προς τους συνανθρώπους μας, η ικανότητα αντίληψης του που βρίσκονται τα όρια όπου η προσωπική μας ελευθερία, παραβιάζει τα δικαιώματα των άλλων, είναι θέμα παιδείας και πολιτισμού. Ν.Α.
======== Ο ΕΜΜΑΝΟΥΉΛ ΚΡΙΑΡΆΣ,ΠΟΥ ΠΈΘΑΝΕ ΤΟ ΒΡΆΔΥ ΤΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΉΣ ΣΕ ΗΛΙΚΊΑ 108 ΕΤΏΝ ΣΤΟ ΣΠΊΤΙ ΤΟΥ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΊΚΗ, ...
Μαγικό έτος 1999. Τον περίμενα στο αεροδρόμιο. Ήξερα μόνο ότι φοράει καφέ δερμάτινο μπουφάν και κρατάει ένα μεγάλο πράσινο ντοσιέ. Έτσι μου είπε στο τηλέφωνο πριν ξεκινήσει από την Αθήνα. Στεκόμουν στην είσοδο του αεροδρομίου αβέβαιη για το αν θα καταφέρω να τον εντοπίσω. Με όλες τις αισθήσεις σε εγρήγορση. Το σκηνικό ήταν εντελώς παράξενο: είχα βαλθεί ως καλή Σαμαρείτισσα να εξυπηρετήσω μία φίλη που κρεβατώθηκε ξαφνικά με ίωση. Έπρεπε λοιπόν, να παραλάβω από το αεροδρόμιο τον μυστηριώδη κύριο για λογαριασμό της και να τον μεταφέρω σε μία Δημόσια Υπηρεσία στο Ρέθυμνο. Δέχτηκα πρόθυμα όταν άκουσα τον πανικό της στο τηλέφωνο. Στημένη όμως πλέον στο πρωινό βοριαδάκι του αερολιμένα αναθεμάτιζα τις καλοσύνες μου. Και η ιδέα να τον βάλω στο πρώτο λεωφορείο για Ρέθυμνο μου φαινόταν πολύ προτιμότερη. Κάτι τέτοια σκεφτόμουν όταν με πλησίασε. Μία συμπαθητική χαμογελαστή φατσούλα που δεν σε προετοίμαζε με τίποτα για τον "τρομερό μεγαλόσχημο προϊστάμενο" του οποίου η άφιξη είχε πανικοβάλλει την φίλη μου. Ευγενικός σε .. βαθμό κακουργήματος. Τόσο που ξέχασα κάθε σκέψη για ΚΤΕΛ και πήραμε το δρόμο για το Ρέθυμνο ... together. Κάπου στη διαδρομή το κινητό μου άρχισε να χτυπάει με την συνήθη του συχνότητα: δηλαδή, συνέχεια. Ζητούσα διαρκώς συγνώμη και στη λήξη κάθε τηλεφωνήματος έβγαινα όλο και πιο αγχωμένη για όσα .. έτρεχαν στην καθημερινότητα, ενώ εγώ τους ξέφευγα -υποτίθεται κατά Ρέθυμνο μεριά. Κάποια στιγμή χαμογέλασε συγκαταβατικά και μου είπε: - Ζούσα για χρόνια έτσι. Αγχωμένος με την δουλειά, αγχωμένος με τη ζωή, αγχωμένος με όλα. Μέχρι που πήγα στο ... Κιριμπάτι.
Αύγουστος είναι το τραγούδι του Νικόλα και κάποια νύχτα στη ζωή που τα 'χεις όλαμια αγκαλιά και φορητό ραδιοφωνάκι να παίζει Μάλαμα, Περίδη και Λιδάκη. Το όνομά του το οφείλει στους Ρωμαίους και ειδικότερα στον αυτοκράτορα Οκταβιανό, που αποφάσισε να δώσει πλεονάζουσα αίγλη στον τίτλο του Καίσαρα, προσθέτοντάς του την προσφώνηση «Αουγκούστους», που θα πει σεβαστός. Λένε πως ήταν το τέλος του θέρους τότε κι η Ρώμη μόλις είχε κατακτήσει την Αίγυπτο, όταν ο Οκταβιανός αποφάσισε να δώσει το προσφώνημα και στον τρέχοντα έκτο μήνα του τότε γνωστού έτους, ήτοι, τον Σέξτιλις, που έγινε Αύγουστος.Αύγουστος είναι και του Ρίτσου η σονάτα αλλά μπορεί κι ένα χωνάκι σοκολάτατου σεληνόφωτος αυτή η πανδαισία να ξεγελιέσαι πως υπάρχει αθανασία.. Μήνας των διακοπών, της χαλάρωσης και της θάλασσας. Ο τόπος μας «βουλιάζει» από επισκέπτες που θέλγονται από τις ομορφιές της Κρήτης. Και παράλληλα η πολιτιστική δραστηριότητα «οργιάζει». Στο κέντρο των εκδηλώσεων τούτες τις μέρες η παράδοση της Κρήτης, η καντάδα κι η λύρα της, οι γεύσεις του κρητικού τραπεζιού, η ρακή και το κρασί μας. Αύγουστος είναι ο ρεμβασμός του Σκιαθίτη κι οι αναμνήσεις απ' το φως του Πανορμίτηφλόγα κεριού σε ταπεινό προσκυνητάρι με το σπαθί του Αρχαγγέλου στο θηκάρι. Στον τόπο μας η έλευσή του Αυγούστου σηματοδοτεί το "Πάσχα του καλοκαιριού": την γιορτή της Παναγιάς, τον Δεκαπενταύγουστο. Τα μικρά ξωκλήσια θα τραβήξουν πάλι το βλέμμα μας. Ακροβολισμένα καταμεσής του πουθενά. Λιτά και απέριττα. Ξεχασμένα από τα χρυσοποίκιλτα ράσα και τις μακριές αγιαστούρες. Βωμοί ιερότητας και μοναξιάς. Το κατώφλι τους το προσπερνάς μόνο από τύχη ή από ανάγκη. Λόγοι όμοιοι με τα θρησκευτικά "θέλω" των ... εκτός συστήματος πιστών. Στα μικρά τους προαύλια συναντάς φύση και Θεό. Απτό. Χυμένο ολόγυρα. Μπλε του ουρανού, γαλάζιο της θάλασσας, πράσινο των πεύκων, λευκό και μαύρο της ψυχής. Η καμπάνα προσβάσιμη. Πρόθυμη να ακουστεί όταν την χρειάζεσαι. Το παγκάρι χωρίς τιμοκατάλογο που να ορίζει ότι "η συνεύρεση με το Θεό τιμάται €0,50". Και το κερί ακόμη, πολυτέλεια με σύντομη διάρκεια ζωής. Ανάβεις. Σβήνεις. Χωρίς ψαλτικά, στασίδια, βαθιές γονυκλισίες. Όπως το νιώθεις. Ήσυχα. Βουβά. Μοναχικά.Αύγουστος είναι και το δεύτερο φεγγάρι προτού προλάβει ο Σεπτέμβρης να το πάρει πέντε-έξι στίχοι που αγαπάς και τους θυμάσαι. Είσαι κι εσύ που ξαγρυπνάς κι όταν κοιμάσαι !!! Μαριάννα Κορνάρου
13 Αυγούστου 2004. Ένδοξες μέρες για την Ψωροκώσταινα καθώς η Αθήνα έβαλε «τα καλά της» και υποδέχτηκε για δεύτερη φορά στην ιστορία της την επιστροφή του μεγαλύτερου αθλητικού γεγονότος παγκοσμίως, των Ολυμπιακών Αγώνων, στην πατρίδα τους. Η ελληνική πρωτεύουσα «πλημμύρισε» από αθλητές, δημοσιογράφους, εθελοντές και επισκέπτες από όλο τον πλανήτη για τη μεγαλύτερη γιορτή του αθλητισμού. Παρόντες κι οι Αθάνατοι της ΔΟΕ, αρχηγοί Κρατών και Κυβερνήσεων και βέβαια αθλητικές αποστολές από κάθε γωνιά της γης. Το Ολυμπιακό Στάδιο γέμισε με 70.000 θεατές, ενώ δισεκατομμύρια άνθρωποι σ' όλο τον πλανήτη έστρεψαν τα βλέμματά τους στην μικρή φτωχή κοιτίδα του Ολυμπισμού, που υποδεχόταν την δεύτερη Ολυμπιάδα της. Η Ελλάδα έμοιαζε τότε το κέντρο του κόσμου. Μια Ελλάδα αστραφτερή, κοσμοπολίτικη, αισιόδοξη. Μία Ελλάδα που μόνο ως ανάμνηση υπάρχει πλέον. Ήταν η εποχή που τα Ολυμπιακά έργα αντλούσαν κονδύλια, δημιουργούσαν θέσεις εργασίας και οι υπεραισιόδοξοι επέμεναν πως η συντήρηση κι η μετέπειτα λειτουργία των Σταδίων θα μας κάνει ... Μέκκα του Αθλητισμού. Η ιστορία δεν τους δικαίωσε. Σήμερα, δέκα ακριβώς χρόνια μετά, μαθαίνουμε έκπληκτοι πως η στέγη Καλατράβα πήρε τότε άδεια πέργκολας και τα κωπηλατοδρόμεια οδεύουν ολοταχώς για ξεπούλημα, ενώ οι περισσότερες Ολυμπιακές εγκαταστάσεις ρημάζουν αναξιοποίητες κι αφρόντιστες. Ίσως γι' αυτό με την "σοφία" της δεκαετίας που ακολούθησε, αποκτά ακόμη πιο εραλδικό νόημα η τελετή έναρξης της Ελληνικής Ολυμπιάδας. Ο χτύπος της ανθρώπινης καρδιάς -που τότε έκανε κάθε Έλληνα να ριγήσει από περηφάνια- σήμερα δέκα χρόνια μετά μοιάζει με το τελευταίο υγιές κατ' επίφαση "καρδιογράφημα" μίας χώρας, που έμελλε να περάσει αλλεπάλληλα "εγκεφαλικά" αμέσως μετά για να φτάσει στην σημερινή νοσηρή της κατάσταση. Υπό αυτή την έννοια έχει ξανά νόημα να θυμηθούμε εκείνη την τελετή έναρξης. Για να δοκιμάσουμε κοιτώντας το βίντεο την ... επίγευση. M.K.
Οι παρέες το συζητούν όλο και πιο συχνά. Οι νέοι το χαίρονται και οι μεγαλύτεροι το απολαμβάνουν. Μπορεί να μην έχει την εμβέλεια της πρώτης είδησης αλλά έχει την σπουδαιότητα της καθημερινής διαπίστωσης που σου φτιάχνει την ψυχολογία: Η πόλη μας άλλαξε πρόσωπο. Κι εκεί που έμοιαζε με .. μεγαλοκοπέλα που αφέθηκε, αίφνης άρχισε τα «λίφτινγκ» και βγήκε ανανεωμένη και καλύτερη. Οι υποψιασμένοι έλεγαν χρόνια πριν πως το Ηράκλειο έπαιζε το τελευταίο του στοίχημα με την υπόθεση των Ολυμπιακών πόλεων. Και τελικά το κέρδισε. Η αξιοποίηση του παραλιακού μετώπου στην πράξη αποδείχτηκε η απαρχή για ένα ντόμινο θετικών εξελίξεων. Η ζωή και η κίνηση που εμφάνισε η παραλία προκάλεσε έναν καλώς εννοούμενο συναγωνισμό και στα ενδότερα. Κι εκεί που κάποτε τα Σαββατόβραδα μετρούσες βαριεστημένα τις λίγες σου επιλογές για διασκέδαση, τώρα δεν ξέρεις τι να πρωτοδιαλέξεις. Άλλωστε το καλοκαίρι σε σπρώχνει να μυρίσεις λίγο θαλασσινό αεράκι κι έτσι μπορεί να αφεθείς σε ένα καφεδάκι με θέα τη θάλασσα ή στην περατζάδα της πλατείας; Λεμονόπιτα ή λουκουμάδες; Χαλαρές νότες που να ευνοούν τις συζητήσεις ή μπιτάτες επιλογές; Ή μήπως ακόμη κάτι παραδοσιακά καφενεδάκια που ξεμυτίζουν δειλά στα στενά της παλιάς πόλης και σου σερβίρουν τον καφέ καϊμακλίδικο και … άνευ μηχανής; Στο φαγητό τα πράγματα είναι ακόμη πιο σύνθετα. Κάποτε οι καλοφαγάδες του Ηρακλείου πόνταραν σε μόνιμα και δοκιμασμένα στέκια, που έχτισαν «όνομα» με την προσεγμένη τους κουζίνα. Σήμερα όμως οι επιλογές πολλαπλασιάζονται τάχιστα και ο ανταγωνισμός βελτιώνει –αναγκαστικά- τις επιδόσεις. Και κάπως έτσι η πόλη μπορεί επιτέλους να παινευτεί πως τα διαθέτει όλα: από χλιδάτα gourmet εστιατόρια με σεφ και design απαιτήσεων, μέχρι κουτούκια με παραδοσιακή κουζίνα και .. μπαγλαμαδάκι. Κι αν για πόλεις όπως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη αυτά θεωρούνται αυτονόητες παρακαταθήκες, για το Ηράκλειο ο αγώνας … μόλις τα τελευταία χρόνια -κι εν μέσω κρίσης- δικαιώνεται. Καλύτερη απόδειξη για την νέα δυναμική που ενέσκηψε στην νυχτερινή –κυρίως- ζωή της πόλης, δεν υπάρχει από την εικόνα που εμφανίζουν το κέντρο, οι πλατείες και η παραλιακή λεωφόρος τα βράδια του καλοκαιριού μας. Κόντρα στις .. εγχώριες Κασσάνδρες και στα σκουντούφλικα προγνωστικά της διεθνούς οικονομίας «η πόλη μας το βράδυ του Σαββάτου αλλάζει όψη» κατά πως λέει και το γνωστό τραγούδι. Στολίζεται, φωτίζεται και ετοιμάζεται να ξεχάσει όσα την παίδεψαν, διασκεδάζοντας. Άλλοτε καθισμένη στο θερινό σινεμαδάκι της, άλλοτε λικνιζόμενη στο Κηποθέατρο, άλλοτε δοκιμάζοντας γεύσεις από τις κουζίνες του .. κόσμου, άλλοτε με gourmet διάθεση εκπαιδεύει τον ουρανίσκο της, άλλοτε όρθια στη μπάρα απολαμβάνει το ποτό της, άλλοτε σιγοπίνοντας ρακί κι ουζάκι τσιμπολογάει παραδοσιακά μεζεδάκια, άλλοτε χαζεύει το break dance στη Λότζια, κι άλλοτε παρακολουθεί τα ορθάνοιχτα μάτια των επισκεπτών της που ρουφούν εικόνες ανηφορίζοντας τη λεωφόρο της Πλάνης.. Πάντως, σε κάθε περίπτωση το καλοκαιρινό μας Ηράκλειο ΖΕΙ και αντιστέκεται σθεναρά στις .. αρρώστιες της εποχής. Μ.Κ.
Καλοκαίρι !!! Η γαλάζια προκυμαία θα σε φέρει Καλοκαίρι !!! Καρεκλάκια, πετονιές μέσ' το πανέριμες τη βόλτα αυτού του κόσμου που μας ξέρει … Θερινή ραστώνη, με το θερμόμετρο να σκαρφαλώνει στο ύψος των περιστάσεων. Και το καλοκαιράκι να μας χορεύει σε ρυθμούς που ξεμυαλίζουν. Παραλίες, προοπτικές διακοπών, ανάσες δροσιάς. Και το Χιτλερικό τσιτάτο “Arbeit macht Frei” (Η δουλειά ελευθερώνει) να μοιάζει πιο οξύμωρο από ποτέ. Καλοκαίρι !!! του σκυμμένου θεριστή του τυφλοχέρη. Καλοκαίρι !!! με βαριά μοτοσικλέτα μες τα σκέλη.τους φακούς του ανάβει μέρα μεσημέρι. Καλοκαίρι !!! όλο πίσσα και κατράμι καλοκαίρι… Στην Κρήτη χρόνια τώρα καλοκαίρι σημαίνει Πολιτιστικός Αύγουστος: το πανηγύρι των Τεχνών και της σύγχρονης κουλτούρας μας. Η πόλη ανασαίνει αλλιώς. Ανοιχτόμυαλοι άνθρωποι με φρέσκιες ιδέες, κυκλοφορούν και ανασχηματίζουν το «χιλιοειδωμένο» από άλλες οπτικές γωνίες. Καλοκαίρι !!! πλάι στα μέγαρα, στις τέντες με τ' αγέρι. Καλοκαίρι !!! με χρυσούς ανεμιστήρες μεταφέρει την βανίλια με το δίσκο του στο χέρι. Καλοκαίρι !!! μ' ανοιχτό πουκαμισάκι στα ίδια μέρη. Επιστρέφουμε στις παραλίες των παιδικών μας χρόνων για να ανακαλύψουμε τι έφερε η εξέλιξη. Ξεναγώντας τα δικά μας παιδιά πλέον, απρόθυμοι κι ανέτοιμοι να αναμετρηθούμε με τις ευθύνες που θα μας ζητήσουν τα σύγχρονα τοπία. Έτοιμοι στο βάθος να τα αποχαιρετήσουμε και να τα στερηθούμε. Παραλίες προς πώληση, θησαυροί που χάνονται. Το καλοκαίρι της παρακμής μας... Καλοκαίρι !!!Με μισόκλειστες τις γρίλιες μεσημέρι. Καλοκαίρι !!! Καθρεφτάκια και μια θάλασσα που τρέμειστο ταβάνι και τους γύψους μεσημέρι. Καλοκαίρι !!! Με τον κούκο μέσ' τα πεύκα και στ' αμπέλι. Η Κρήτη του Διόνυσου ευτυχώς εκστασιάζεται ακόμη στ' αμπέλια. Οι Κινέζοι περιμένουν τη σοδειά μας. Αντάλλαγμα: χάντρες και καθρεφτάκια για τους ιθαγενείς. Η σταφίδα στα διεθνή παντοπωλεία είναι Τούρκικη. Οι οψιγιάδες γέμισαν ψιλολιές. Ανάπτυξη με όραμα και στοχευμένα προϊόντα!!! Κι ο δάκος παραθερίζει στα μέρη μας... Καλοκαίρι !!! στον χαμό του οδηγημένο και το ξέρει. Καλοκαίρι !!! τόσο ώριμο που πέφτοντας προσφέρειμια πλημμύρα των καρπών, στάρι και μέλι, στον σπασμό του το απόλυτο του το αστέρι. Αυγουστιάτικο φεγγάρι πλάι στις αρχαιότητες. Νέα μόδα. Έχει νόημα να θυμάσαι τους προγόνους. Μόνο στο φως του φεγγαριού. Κι η μουσική να αλαφρώνει τις τύψεις. Που λίγο ήθελες να αρθείς στο ύψος των περιστάσεων. Λίγο ήθελες να αντισταθείς στα προδιαγραφέντα μελλούμενα. Αλλά ήταν ... καλοκαίρι. Καλοκαίρι !!! μες τα κόκκινα της δύσης του ανατέλλει. Έτσι όπως προφητικά κι όμορφα το περιέγραψε τραγουδιστά ο Νιόνιος.
Ήμαστε μια γενιά σε αναμονή: περάσαμε την παιδική μας ηλικία περιμένοντας. Έπρεπε να περιμένουμε δύο ώρες μετά το φαγητό πριν κολυμπήσουμε, δύο ώρες μεσημεριανό ύπνο για να ξεκουραστούμε και τις Κυριακές έπρεπε να μείνουμε νηστικοί όλο το πρωί για να κοινωνήσουμε. Ακόμα και οι πόνοι… περνούσαν με την αναμονή… Κοιτάζοντας πίσω, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί… Εμείς ταξιδεύαμε σε αυτοκίνητα χωρίς ζώνες ασφαλείας και αερόσακους. Κάναμε ταξίδια 10 και 12 ωρών, πέντε άτομα σε ένα Φιατάκι και δεν υποφέραμε από το «σύνδρομο της τουριστικής θέσης». Δεν είχαμε πόρτες, παράθυρα, ντουλάπια και μπουκάλια φαρμάκων ασφαλείας για τα παιδιά… Ανεβαίναμε στα ποδήλατα χωρίς κράνη και προστατευτικά, κάναμε ωτο-στοπ, καβαλάγαμε μοτοσικλέτες χωρίς δίπλωμα. Οι κούνιες ήταν φτιαγμένες από μέταλλο και είχαν κοφτερές γωνίες. Ακόμα και τα παιχνίδια μας ήταν βίαια. Περνάγαμε ώρες κατασκευάζοντας αυτοσχέδια αυτοκίνητα για να κάνουμε κόντρες κατρακυλώντας σε κάποια κατηφόρα και μόνο τότε ανακαλύπταμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένα. Παίζαμε «μακριά γαϊδούρα» και κανείς μας δεν έπαθε κήλη ή εξάρθρωση… Βγαίναμε από το σπίτι τρέχοντας το πρωί, παίζαμε όλη τη μέρα και δεν γυρνούσαμε στο σπίτι παρά μόνο αφού είχαν ανάψει τα φώτα στους δρόμους. Κανείς δεν μπορούσε να μας βρει. Τότε δεν υπήρχαν κινητά. Σπάγαμε τα κόκκαλα και τα δόντια μας και δεν υπήρχε κανένας νόμος για να τιμωρήσει τους «υπεύθυνους». Ανοίγανε κεφάλια όταν παίζαμε πόλεμο με πέτρες και ξύλα και δεν έτρεχε τίποτα. Ήταν κάτι συνηθισμένο για παιδιά και όλα θεραπεύονταν με λίγο ιώδιο ή μερικά ράμματα… Δεν υπήρχε κάποιος να κατηγορήσεις παρά μόνο ο εαυτός σου. Είχαμε καυγάδες και κάναμε καζούρα ο ένας στον άλλος και μάθαμε να το ξεπερνάμε. Τρώγαμε γλυκά και πίναμε αναψυκτικά, αλλά δεν ήμασταν παχύσαρκοι. Ίσως κάποιος από εμάς να ήταν χοντρός και αυτό ήταν όλο. Μοιραζόμασταν μπουκάλια νερό ή αναψυκτικά ή οποιοδήποτε ποτό και κανένας μας δεν έπαθε τίποτα. Καμιά φορά κολλάγαμε ψείρες στο σχολείο και οι μητέρες μας το αντιμετώπιζαν πλένοντάς μας το κεφάλι με ζεστό ξύδι.
Είναι κάτι πανηγύρια που δεν διαφημίζονται με αφισοκόλληση. Πρόσκληση δεν σου στέλνει κανείς. Και η συμμετοχή έχει μία γλυκιά κούραση. Το δρώμενον διαδραστικόν! Τα τραγούδια αυθόρμητα, παράφωνα συχνά, αλλά εξαιρετικά κεφάτα. Η σκηνή: ένα αμπέλι. Φεστιβάλ: Ο τρύγος. Πρόωρος σ' αυτά τα μέρη. Έναρξη: Ώρα 6.00 το πρωί. Είπα να μην το χάσω! Έβαλα ό,τι πιο παλιό και πιο δροσάτο και ξεκίνησα. Παιδί της πόλης ούσα, ξαφνιάστηκα με τα γέλια των κατ’ επάγγελμα τρυγητάδων όταν με αντίκρισαν. Οι απορίες λύθηκαν σύντομα. Βερμούδα και τοπάκι απαγορεύονται δια ροπάλου. Οι άνθρωποι της υπαίθρου ξέρουν καλά το αντίθετο. Ο ήλιος θέλει ρούχα. Πουκάμισα με μακριά μανίκια και παντελόνια που να κρύβουν όλο το πόδι, πλατύγυρα καπέλα και παπούτσι κλειστό. Και γυαλιά ηλίου (βεβαίως βεβαίως). Σαν καμηλιέρης στην έρημο. Το τσαπράζι μου στο χέρι και ήμουν έτοιμη για τη Διονυσιακή τελετή. Οι μετεωρολόγοι επιμένουν πως είναι η πιο ζεστή μέρα του καλοκαιριού. Κι όμως το πρωί βρήκα τα αμπελόφυλλα να χρυσίζουν στην δροσούλα. Γύρω μου επιδέξια χέρια τρυγούσαν τα σταφύλια με γοργό ρυθμό, τηρώντας ευλαβικά τις σειρές των κλημάτων κατά μήκος. Οι κουβαλητές (με ειδικά μαξιλάρια στον ώμο) μετέφεραν τα γεμάτα κοφίνια στον οψιγιά (χώρος επίπεδος όπου επρόκειτο να απλωθεί η σταφίδα). Οι απλώστρες «βάπτιζαν» τα σταφύλια σε μία δεξαμενή με καυστική ποτάσα και τα άπλωναν με γάντια στον ήλιο. Στις 10 πια ο ιδρώτας έσταζε στα πρόσωπα όλων μας. Ώρα για κολατσιό, κατά πως είπε ο αμπελουργός. Χρόνια είχα να δω τροφές να ξεπροβάλλουν από μαντήλια δεμένα χιαστί. Ντομάτες, ελιές, παξιμάδια, τυρί. Και λίγες ρακές που κατέβηκαν αργά. «Καύσιμη ύλη» έλεγε γελώντας ο κεραστής μας. Ξαναμπήκαμε στο αμπέλι με νέα όρεξη. Το τραγούδι άρχισε. Ένας να ξεκινά κι οι άλλοι να ακολουθούν. Τους κοίταζα και είχα την αίσθηση ότι ταξίδεψα κοντά τους με μηχανή του χρόνου. Κάπου σε ένα κοντινό παρελθόν. Χωρίς κινητά, προθεσμίες, άγχη, θεωρίες, αναλύσεις. Εδώ το μόνο που είχε σημασία ήταν ο ήλιος. Πόσο ψηλά φτάνει. Κι αυτό πάλι σαν ψευτοπροθεσμία. Κανείς δεν αγχωνόταν. Το μεσημέρι ο ίσκιος μιας ελιάς μας περίμενε. Οι προνοητικοί είχαν φροντίσει για τις σούβλες από νωρίς. Το κρέας σχεδόν έτοιμο. Οι μπύρες στην «κατάψυξη» (στον ποταμό δηλαδή). Πατάτες στο μαυροτήγανο και το κρασί της περασμένης σοδειάς δροσερό. Με ένα μεγάλο σεντόνι στρωμένο καταγής (για τραπέζι) απόλαυσα ένα από τα πιο νόστιμα γεύματα της ζωής μου. Λες και οι γεύσεις ξανάπαιρναν νόημα. Και το κρασί, σπονδή στο Διόνυσο. Σοφοί αρχαίοι μου πρόγονοι, πόσο καλύτερα από μένα ζούσατε! Ανάθεμα την «πρόοδο» –σκεφτόμουν- στο τέλος της μέρας. M.Kορνάρου
Διαβάζω σχόλια ολούθε στα social media για το αν και κατά πόσο η ΔΕΗ γνώριζε πως η 56χρονη γυναίκα που πέθανε χθες στα Χανιά, εξαρτούσε τη ζωή της από το ηλεκτρικό ρεύμα. Ανερμάτιστοι διάλογοι εξελίσσονται για τον τρόπο που γνωστοποιείται κάτι τέτοιο στην Δημόσια (κάποτε την λέγαμε κοινωφελή, τώρα το απώλεσε παντοιοτρόπως αυτό και σύντομα δεν θα λέγεται καν ΔΕΗ) Επιχείρηση Ηλεκτρισμού. Διάφοροι επιχειρηματολογούν για το πως ο κάθε ταλαίπωρος Έλληνας που αδυνατεί να πληρώσει τις οφειλές του (δύσκολα κατανοείς ακόμη κι αν είσαι "επιστημονικός αναλυτής" πως βρέθηκαν τόσα πάγια με δυσνόητα αρχικά στον λογαριασμό και "φούσκωσε" έτσι) πρέπει να αποδείξει πως είναι άνεργος, πένητας, δεν έχει ειισόδημα, ασθενεί, λιμοκτονεί και εκλιπαρεί για το αυτονόητο αγαθό της ενέργειας, που θα 'πρεπε να 'ναι προσιτό στον κάθε πολίτη εν έτη 2014. Κι όλοι αυτοί οι διάλογοι αγνοούν πλέον το αυτονόητο: πως οι φόροι καταλογίζονται με βάση την φοροδοτική ικανότητα του Έλληνα πολίτη, όπως χρόνια τώρα προβλέπει το Σύνταγμα. Άρθρο που σκοπίμως καμώνονται πως ξέχασαν όσοι μετέτρεψαν τους λογαριασμούς της ΔΕΗ σε ... τρομοκρατικό χτύπημα για κάθε οικογένεια. Κι αν ακόμη πάει παραπέρα η συζήτηση και το Κράτος επιμείνει ότι ... ζορίζεται να γεμίσει τα ταμεία του, ας κόψει το ρεύμα σε όσους του οφείλουν χρόνια εκατομμύρια, ξεκινώντας από τα ίδια του τα παρακλάδια, που "φεσώνουν" ανερυθρίαστα τη ΔΕΗ. Οι δικαιολογίες "δεν ξέραμε πως η άτυχη γυναίκα είχε μηχανική υποστήριξη" προσβάλλουν όχι μόνο τη μνήμη της ίδιας αλλά και την νοημοσύνη κάθε Έλληνα, που πασχίζει να ανταποκριθεί στις φοροκαταιγίδες που δέχεται, ενώ την ίδια ώρα το περιβόητο έλλειμμα του αδηφάγου Κράτους όλο και διογκώνεται. Χθες στα Χανιά χάθηκε άδικα μία ζωή κι οφείλουμε όλοι να σταθούμε με θλίψη και συντριβή στο γεγονός. Οφείλουμε ακόμη να αναλογιστούμε πόσο κοστίζει πια στην Ελλάδα μία ανθρώπινη ζωή. Μ.Κ.