Οι μνήμες δεν έχουν μόνο οπτική υπόσταση
στο μυαλό μας, έχουν και μυρωδιές, έχουν
και ήχους...κι αν είσαι λίγο...
Την πρώτη Δευτέρα του Οκτώβρη, είθισται να γιορτάζεται η Παγκόσμια Ημέρα Κατοικίας. Εορτασμός που καθιερώθηκε με πρωτοβουλία του ΟΗΕ, για να υπενθυμίζει στην Διεθνή Κοινότητα, το ΔΙΚΑΙΩΜΑ όλων σε αξιοπρεπή διαβίωση! Η υπενθύμιση αυτή, καθίσταται σήμερα, τόσο αντιφατική, όσο και η ετοιμολογία της λέξης «οξύμωρος». Σήμερα, που σε κάθε γωνιά των μεγάλων πόλεων, οι άστεγοι βιώνουν την πιο ακραία μορφή της φτώχειας και της χαμένης αξιοπρέπειας. Η σκληρή πραγματικότητα - ΔΥΣΤΥΧΩΣ - αποτυπώνεται με νούμερα, κάθε στιγμή. Εκατοντάδες είναι οι άνθρωποι, που εξ' αιτίας κάποιων ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ, που ασκήθηκαν τα τελευταία χρόνια, βρέθηκαν στο δρόμο, χωρίς δουλειά, χωρίς στέγη, χωρίς τροφή! Παράλληλα, το φαινόμενο των αστέγων καταδεικνύει και αναδεικνύει, με τον πιο τραγικό τρόπο, την ΒΑΘΙΑ οικονομική, κοινωνική αλλά και πνευματική κρίση που διέρχεται η χώρα. Προγράμματα των υπουργείων του τύπου: «Στέγη και επανένταξη» για 1.200 αστέγους, είναι απλώς «παυσίπονα» στο ΙΣΧΥΡΟ ΑΛΓΟΣ, από το οποίο υποφέρει η Ελληνική κοινωνία. Βαθιές τομές χρειάζονται και ολοκληρωμένα σχέδια, τα οποία σε συνδυασμό με την αλλαγή της ανάλγητης πολιτικής, θα δράσουν καταλυτικά επάνω στον αποκλεισμό, θα ανακουφίσουν όσους επλήγησαν και εξακολουθούν να πλήττονται, και θα βοηθήσουν δραστικά στην κοινωνική επανένταξη, αυτής της μερίδας των πολιτών. Οκτώβριος 2014: Το ατομικό και αδιαπραγμάτευτο δικαίωμα του ασύλου της κατοικίας, υπάρχει, μόνο ως αναφορά στο Σύνταγμα και ο όρος «αξιοπρεπής διαβίωση», αποτελεί μόνο κατ' ευφημισμόν έννοια. Η ηθική αξιοπρέπεια των Ελλήνων «χάνεται» στα βάθη του χρόνου, εκεί στην Αρχαία Ελλάδα, όπου η Θεά Εστία, προστάτευε κάθε οίκο και στον βωμό της, έκαιγε το ΙΕΡΌ ΠΥΡ! Σήμερα, αυτό που υπάρχει, είναι ένα αδηφάγο κράτος, που ως σύγχρονος Κρόνος «ΚΑΤΑΠΙΝΕΙ» χωρίς δισταγμό, την«ΕΣΤΙΑ», την περιουσία και την αξιοπρέπεια του Έλληνα Πολίτη. Του πολίτη, που με πεσμένο ηθικό, το μόνο που περιμένει πλέον, είναι «η επέμβαση του ΔΙΟΣ σαν «από μηχανής» που θα σώσει την ΕΣΤΙΑ απ' όλους τους Τιτάνες του μνημονίου, του δανεισμού, της επιτήρησης, της κακοδιαχείρισης και του ξεπουλήματος του Εθνικού μας πλούτου»!!! ΕΥΑ ΜΑΣΤΡΟΓΙΑΝΝΑΚΗ
- Ο καφές της Κυριακής έχει άλλη γεύση. Πιο γλυκός είναι μάλλον. Το 'λεγε και χαμογελούσε ανέμελα σε μία από τις τελευταίες Κυριακές του καυτού ήλιου. Κι όπως χαλάρωναν οι γραμμές του προσώπου της έμοιαζε παιδούλα σχεδόν πάλι. Αλλά δεν ήταν. Οι γιοί της που φιγουράρουν στο "εξώφυλλο" του κινητού της, μου το θυμίζαν διαρκώς. Είχα να την δω χρόνια. Η αιώνια ιστορία των παλιών συμμαθητών που χάνονται και καιρό μετά αποφασίζουν να ανακαλύψουν τι έκανε η ζωή στους παιδικούς τους φίλους. Έτσι η μόδα του re-union μας ξανάφερε κοντά. Η Μυρτώ, η Ειρήνη, ο Βασίλης, ο Κώστας, η Ντέμη κι ο Νίκος. Και πολλοί άλλοι αλλά το παλιό μας παρεάκι, ήταν αυτό που με ένοιαζε περισσότερο να ξαναβρώ. Θυμηθήκαμε τα πάρτι της εφηβείας, τους παλιούς καθηγητές, αμίμητες φάρσες την ώρα του μαθήματος, κοπάνες, εξετάσεις, μαθητικά άγχη κι έρωτες και τέλος πάντων όλα εκείνα τα γλυκόπικρα που χάριζε στους νέους της η εποχή μας. Κι έπειτα πιάσαμε τα τρέχοντα. Οι κουβέντες έγιναν πιο κοφτές και τα πρόσωπα σοβάρεψαν. Ο Κώστας κι η Ντέμη παντρεύτηκαν. Εκείνος πολιτικός μηχανικός σε τεχνική εταιρία κι εκείνη "έμπορος ονείρων" (έτσι όμορφα μας περιέγραψε το ταξιδιωτικό γραφείο που είχε στήσει). Έχουν δύο παιδιά στο Λύκειο. Φροντιστήρια, ιδιαίτερα, αγγλικά, γαλλικά κι όλα τα συναφή. Μόνο που ο κόσμος έπαψε να ταξιδεύει και το γραφείο της Ντέμης έβαλε λουκέτο. Ομοίως κι η Τεχνική εταιρία του Κώστα, που επιβίωνε μέχρι πρότινος με κάτι "τακτοποιήσεις αυθαιρέτων" μέχρι που ναυάγησαν κι αυτές. "Τρώμε τα έτοιμα κι ευτυχώς δεν έχουμε δάνεια" μας είπαν. Συγκράτησα από τη φράση εκείνο το "ευτυχώς". Εραλδικό δείγμα της νέας μας νοοτροπίας που διαρκώς σταθμίζει το αλγεινό της τώρα με τα χειρότερα που μπορεί να συναντήσει στο αύριο. "Σήμερον εμού, αύριον ετέρου" που έγραφαν παλιότερα στην εξώθυρα. Ο Νίκος έκανε καριέρα στον δικαστικό κλάδο. Μας περιέγραψε με αδρές γραμμές το σοκ που πέρασαν εισαγγελείς και δικαστές όταν άρχισε η κυβέρνηση να σφαγιάζει τους μισθούς τους. "Νοιώθουμε πάντα παιδιά ενός ... ανώτερου Θεού" μας είπε χαριτολογώντας, για να συμπληρώσει πως περιμένει αρειμανίως τα αναδρομικά για να ισοσκελίσει τον οικογενειακό του προϋπολογισμό. Η Ειρήνη εργάζεται σε ξενοδοχείο. Το φετινό της καλοκαίρι ήταν ... άγριο. Εξοντωτικές βάρδιες, πληρότητα στο φουλ, προσωπικό μειωμένο και στις πλάτες της διπλές ευθύνες με κουτσουρεμένες αποδοχές. Ο Βασίλης αντίθετα παραήταν ... χαλαρός. "Ανακαλύπτω την ... θηλυκή μου πλευρά" μας είπε ανθυπομειδιώντας "αφού η γυναίκα μου εργάζεται κι εγώ φροντίζω σπίτι και παιδιά". Ο ίδιος υπήρξε ωρομίσθιος καθηγητής αλλά οι ώρες διδασκαλίας στην αρχή συρρικνώθηκαν και μετά ... εξαχνώθηκαν. Η Μυρτώ ήταν η αιτία που ξαναβρεθήκαμε όλοι. Βάλθηκε για μήνες να σκαλίζει σαν Ηρακλής Πουαρώ τις ζωές μας για να μας ξετρυπώσει έναν έναν. Και τα κατάφερε. 36 παλιοί συμμαθητές ξαναβρέθηκαν 25 χρόνια μετά την αποφοίτηση. Συγκινήθηκαν, θυμήθηκαν, γλέντησαν κι υποσχέθηκαν να μη ξαναχαθούν. Και μία εβδομάδα μετά επέμενε να πάμε για καφεδάκι στο λιμάνι. Και έτσι καθισμένη στη λιακάδα μας άκουγε, ρουφώντας λαίμαργα ό,τι είχε να καταθέσει καθείς για τη ζωή του. Όταν τα βλέμματα στράφηκαν πάνω της κι ήρθε η σειρά για τη δική της εξομολόγηση, μας ξάφνιασε όλους: "Αύριο φεύγω. Γι' αυτό ήθελα να ξαναβρεθούμε. Αποχαιρετώ όσα κι όποιους αγάπησα σ' αυτό τον τόπο. Δεν σας είπα τίποτα για να μην αρχίσετε τα ... δακρύβρεχτα. Μου πρόσφεραν μία καλή θέση στην Αμερική. Στην αρχή είπα όχι. Δεν ήθελα να φύγω απ' την Ελλάδα. Σκέφτηκα τα παιδιά μου κι είπα, ένα ωραίο και πεισματάρικο ΟΧΙ. Πέρασαν μήνες και μήνες ανεργίας. Ήμουν ....
Λεωφόρος Καλοκαιρινού. Μία από τις πιο πολυσύχναστες οδικές αρτηρίες που οδηγούν στο κέντρο του Ηρακλείου και την οποία διασχίζουν καθημερινά χιλιάδες αυτοκίνητα, μοτοσικλέτες και λεωφορεία. Η αυξημένη κίνηση των οχημάτων σε συνδυασμό με το ότι η Καλοκαιρινού δεν αποτελεί και τον πλέον φαρδύ δρόμο της πόλης, δημιουργεί σε καθημερινή βάση σοβαρά προβλήματα κυκλοφοριακής συμφόρησης. Εάν στα δεδομένα αυτά προσθέσουμε και την αγαπημένη συνήθεια των Ηρακλειωτών να παρκάρουν –με ή χωρίς αλάρμ-, όπου τους καπνίσει, διαπιστώνεται εύκολα το μέγεθος του προβλήματος που δημιουργείται, κυρίως τις ώρες που τα καταστήματα είναι ανοικτά. Πρωί Πέμπτης, στο αυτοκίνητο, ερχόμενος από Χανιώπορτα με κατεύθυνση προς την Αγίου Μηνά. Μπροστά μου ένα αστικό λεωφορείο το οποίο προχωρά «ασθμαίνοντας», αφού κάθε λίγο και λιγάκι ο οδηγός του ελαττώνει ταχύτητα, προκειμένου να κάνει χώρο για να περάσουν τα οχήματα από το αντίθετο ρεύμα. Και από τις δύο πλευρές του δρόμου υπάρχουν σταθμευμένα αυτοκίνητα. Τη στιγμή που το «ταλαίπωρο» λεωφορείο προσπερνάει ένα από αυτά, σκέφτομαι τι μπορεί να συμβεί σε περίπτωση που τύχει να έρχεται λεωφορείο από το αντίθετο ρεύμα. Δευτερόλεπτα αργότερα, η σκέψη μου γίνεται πραγματικότητα. Για τουλάχιστον 10 λεπτά, δύο λεωφορεία βρίσκονται ακινητοποιημένα, το ένα απέναντι από το άλλο. Τα κορναρίσματα και οι βρισιές δίνουν και παίρνουν. Οι οδηγοί των μηχανών προσπερνούν με απαράμιλλο στιλ τα -ανήμπορα να αντιδράσουν- λεωφορεία, την ώρα που πεζοί διασχίζουν κάθετα –χωρίς να έχουν σχεδόν καθόλου ορατότητα- το δρόμο. Κάποτε, ένας μεσήλικας κύριος καταφτάνει με ατάραχο βήμα στο σημείο, κάνει μια –ομολογουμένως αστεία - απολογητική γκριμάτσα στους οδηγούς που τον κοιτούν με μισό μάτι, μπαίνει σε ένα από τα αυτοκίνητα που εμπόδιζαν τα λεωφορεία να περάσουν και φεύγει. Η κυκλοφορία αποκαθίσταται –έστω από το ένα ρεύμα-, ωστόσο εγώ δεν βιάζομαι να πατήσω το γκάζι γιατί με έχει απορροφήσει η ερώτηση που απευθύνω -για μια ακόμη φορά τα τελευταία χρόνια- στον εαυτό μου, χωρίς ωστόσο να έχω κατορθώσει να βρω την απάντηση: Υπάρχει σωτηρία γι’ αυτήν την πόλη; Εκείνη την ώρα –σαν από μηχανής θεός- ένας πιτσιρικάς που καβαλάει ένα πολύ εντυπωσιακό μηχανάκι, σταματάει δίπλα μου και με μουντζώνει ψιθυρίζοντάς μου κάτι το οποίο δεν κατάλαβα (ή δεν θέλησα να καταλάβω) την ίδια στιγμή που η -εξίσου εντυπωσιακή με το μηχανάκι του- κοπελίτσα που τον συνοδεύει, μου προτείνει κι αυτή τις ανοιχτές της παλάμες. Ταπεινωμένος, ψελλίζω ένα «συγγνώμη», πατάω γκάζι και πάω στη δουλειά μου. Η εύρεση της απάντησης στην ερώτησή μου αναβλήθηκε –ξανά- για άλλη φορά… Νικόλας Αγγελίνος
Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίριΜουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές. Εικόνες Φθινοπώρου στον τόπο μας κι αν κανείς τολμούσε να παραφράσει τον Οδυσσέα Ελύτη θα πρόσθετε πως … μουσκέψανε και οι λακκούβες των δρόμων ή τα εργοτάξια των έργων, τόσο που να δυσανασχετούμε με τα πρωτοβρόχια ενώ θα ‘πρεπε να απολαμβάνουμε τις εναλλαγές των εποχών (όσο ακόμη τις έχουμε). Εξαιρουμένων των αγροτών ίσως που είδαν με χαρά τη γη να ποτίζεται και τις ελιές να ξεδιψούν κατά πως πρέπει. Η τύχη των καρπών τους -έτσι κι αλλιώς- είναι ένα άλλο «πονεμένο» ζήτημα. Τα μανιφέστα της Ευρωπαϊκής Ένωσης νομιμοποίησαν από καιρό κατά μία έννοια τις προσμίξεις ελαιολάδου με άλλα φυτικά έλαια σε κάθε γωνιά της Ευρωπαϊκής Επικράτειας. Εν ολίγοις, τελικές αποφάσεις καλείται να λάβει ο καταναλωτής. Μόνη ασπίδα: η κρίση κι η ενημέρωσή μας. Κατά που θ' απλώσουμε τα χέρια μας τώρα που δε μας λογαριάζει πια ο καιρός; Κατά που θ' αφήσουμε τα μάτια μας τώρα που οι μακρινές γραμμές ναυάγησαν στα σύννεφα; Με το μέτωπο στο τζάμι αγρυπνούμε την καινούργια οδύνη Δεν είναι ο θάνατος που θα μας ρίξει κάτω, μια που εσύ υπάρχεις Οι πολιτικοί συναγελάζονται και τα κόμματα εξουσίας ... γενεθλιάζονται. Ο Σεπτέμβρης είναι ο μήνας τους. Και στον αντίποδα τους η μελαγχολική ραψωδία του ΕΝΦΙΑ: ΟΙ Έλληνες καλούνται να εγκαταλείψουν το μεταπολεμικό τους όνειρο, για "ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι τους" ή να το πληρώσουν χρυσάφι. Η κοινωνία στενάζει από τα βάρη των φόρων κι ο αχός της γίνεται όλο και πιο υπόκωφος. Μοναδικά ασυγκίνητα ώτα, εκείνων που επιμένουν να σχεδιάζουν φορομπηχτικές πολιτικές και να συναρτούν στρεβλά την ανάπτυξη με το ξεπούλημα της χώρας. Ζήτημα ημερών να δρομολογηθούν εξελίξεις στην υπόθεση των υδρογονανθράκων. Σπάνιες γαίες, ορυκτός πλούτος και θαλάσσια κοιτάσματα παραδίδονται προς "αξιοποίηση" σε διεθνείς κολοσσούς που υπόσχονται δουλειά στους εξαθλιωμένους ιδιοκτήτες τους. Μια που υπάρχει αλλού ένας άνεμος για να σε ζώσει ολάκερη, Να σε ντύσει από κοντά όπως σε ντύνει από μακριά η ελπίδα μας Μια που υπάρχει αλλού Καταπράσινη πεδιάδα πέρ' από το γέλιο σου ως τον ήλιο. Λέγοντάς του εμπιστευτικά πως θα ξανασυναντηθούμε πάλι Η χώρα εισέρχεται οδυνηρά στο πέμπτο Φθινόπωρο που τελεί υπό οικονομική επιτήρηση. Γονατισμένη, απογοητευμένη κι αηδιασμένη από όσα .....
Το σκηνικό μοιάζει βγαλμένο από ταινία επιστημονικής φαντασίας αλλά είναι ήδη ... γεγονός. Το ζευγάρι κάθεται στο εστιατόριο. Το τραπέζι τους διαθέτει ένα καρό (ψηφιακό) τραπεζομάντιλο αλλά οι ίδιοι βρίσκουν πως το χρώμα δεν ταιριάζει στη διάθεση τους, ούτε στο dress code που ακολούθησαν. Οπότε το αλλάζουν αμέσως με κάτι ταιριαστό στο γούστο τους. Στη συνέχεια χτυπούν με τα εικονικά τους μαχαιροπίρουνα το ψηφιακό τους πιάτο. Κι ω του θαύματος αρχίζει η ... παρέλαση των ορεκτικών. Ολοζώντανες λαχταριστές εικόνες προσγειώνονται μπροστά τους, περιμένοντας απλά να τις επιλέξουν ή να τις προσπεράσουν. Και μόλις ο κατάλογος με τα ορεκτικά ολοκληρωθεί αρκεί ένα άγγιγμα στο εικονικό αλάτι για να αρχίσει το τραπέζι να ... μιλάει. Τα κυρίως πιάτα εικονίζονται και πάλι πάνω στο τραπέζι και η ηλεκτρονική φωνούλα εξηγεί τι περιέχουν και σε πόσες θερμίδες αντιστοιχούν (χρήσιμο σε όσους προσέχουν τη σιλουέτα τους). Όμως η κυρία φαίνεται αναποφάσιστη. Σκέφτεται πριν διαλέξει το γεύμα της να ζητήσει τη γνώμη των διαδικτυακών της φίλων. Έτσι με μία φαινομενικά άσχετη κίνηση (αγγίζοντας ίσως την διαδικτυακή της πετσέτα) ποστάρει το μενού στο Facebook. Ο συνδαιτυμόνας της αφηρημένα ζωγραφίζει στην άκρη του εικονικού τραπεζομάντιλου με τον ειδικό μαρκαδόρο. Και το σχέδιο ανεβαίνει αυτούσιο μαζί με το μενού στα social media. Οι γνώμες συλλέγονται και η επιλογή της ταλανιζόμενης κυρίας "κλείνει". Έλα όμως που απαιτείται και ένα καλό κρασί. Το τραπέζι ρωτάει με την μεταλλική του φωνούλα: Θέλετε να συνδεθείτε με την κάβα μας; Η απάντηση προφανώς και είναι καταφατική. Και τότε μία λίστα από κρασιά συναγωνίζεται τις προτιμήσεις του ζευγαριού. Εκείνη θέλει ένα γλυκό κόκκινο και το "τραπέζι" είναι πρόθυμο να την ξεναγήσει ακόμη και στα οινοποιεία της Κρήτης μέχρι να το επιλέξει. Εκείνος πάλι με αποφασιστικό τόνο μετακινεί το ποτήρι του στη λίστα με τα λευκά κρασιά. Και το τραπέζι αρχίζει να υποκρίνεται τον ήχο του υγρού χρυσού που λαμπυρίζει πια στο ποτήρι. - Α όχι, επιμένω στο κόκκινο, λέει η σύντροφός του κι έτσι εκείνος με το ύφος του βαριεστημένου αρσενικού που ξέρει πότε πρέπει να κάνει πίσω, αποφασίζει να ρίξει μία ματιά στο σκορ του αγώνα της αγαπημένης του κρητικής ομάδας που παίζει αυτή την ώρα ποδόσφαιρο. Το "τραπέζι" συμμορφώνεται με τις ορέξεις του και του παραχωρεί γενναιόδωρα μία γωνία ψηφιακής αναμετάδοσης. Το κοκκινέλι επιλέχθηκε ήδη αλλά η κυρία ξεπέρασε γρήγορα τη μικρή της "νίκη", αφού η θέα του ποδοσφαιρικού αγώνα στη γωνία του τραπεζιού την απογοήτευσε αμέσως. Ή μήπως όχι; Το ξανασκέφτεται κι αντί να αρχίσει το λογύδριο για την βαριεστιμάρα που της προκαλούν τα αθλητικά, αποφασίζει να αξιοποιήσει τον κενό χρόνο μέχρι να έρθουν τα ορεκτικά κάνοντας κάτι που την ευχαριστεί: shopping therapy στο διαδίκτυο. Διεκδικεί τη δική της ...
Με τρελαίνουν αυτές οι παγκόσμιες μέρες δίχως νόημα. Οι αφιερωμένες στα ανέφικτα, στις μειονότητες, στις ισότητες και στις ενοχές μας. Κάθε φορά που τις ακούω στα επετειολόγια αναρωτιέμαι ποιοί τις μοίρασαν και γιατί. Την Δευτέρα λοιπόν, ήταν η περιβόητη παγκόσμια μέρα για πόλεις χωρίς αυτοκίνητο. Ο καθ' όλα ξέγνοιαστος, νομοταγής και ευαισθητοποιημένος πολίτης (που δεν τον γνωρίζω κατ' ιδίαν) άφησε το αυτοκινητάκι του κλειδωμένο στο γκαράζ και ξεκίνησε τον ... πηγαιμό για την Ιθάκη. Στο δρόμο συνάντησε και Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες. Αλλά ήταν οπλισμένος με υπομονή, σύνεση και κυρίως ευρηματικότητα, ως άλλος Οδυσσέας. Ακολουθώ την υποθετική του πορεία, χρησιμοποιώντας λιγοστή φαντασία για το τι θα μπορούσε να του συμβεί. Ποδήλατο δεν έχει, γιατί οι αποστάσεις και οι συνθήκες είναι απαγορευτικές για ποδήλατο σε μία πόλη, που "ταψί" σαν τη Κω δεν τη λες με τίποτα. Το συμπαθές υπομονετικό τετράποδο που κάποτε χρησίμευε ως μέσο μεταφοράς το ξέρει μόνο από φωτογραφίες και ζωολογικούς κήπους πια. Οπότε και εδώ επιλογή δεν υπάρχει. Μονόδρομος λοιπόν, ο ... ποδαρόδρομος και τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς. Και καλά να ζεις στην Αθήνα όπου οι συγκοινωνίες έγιναν ευέλικτες και βολικές. Έλα όμως που ο ήρωάς μου (περί ήρωος πρόκειται, αφού και μόνο η σκέψη έχει έναν αλτρουισμό που ξεπερνά τα δεδομένα της εποχής) ζει εκτός πρωτευούσης και τον πολιτογραφώ κάπου στο Ηράκλειο. Πρώτο ημίωρο πεζοπορίας μέχρι τη στάση του λεωφορείου. Έστω τώρα πως ο Σεπτέμβρης αποφάσισε να ψιλοβρέχει. Ο καιρός θα μπορούσε κάλλιστα να αγνοεί την παγκόσμια μέρα των ... ταλαίπωρων. Κι έστω, πως την αγνοούν επίσης και οι οδηγοί που στρέφουν τις ρόδες τους στις λακούβες του δρόμου και τον καταβρέχουν, περνώντας με ταχύτητα δίπλα του. Τα πεζοδρόμια ανύπαρκτα ή κατηλειμένα με κάθε λογής πραμάτειες εμπόρων. Αν εξαιρέσεις ίσως την Λεωφόρο Πλαστήρα που εξελίσσεται σε "αλλουνού παπά Ευαγγέλιο". Οι πεζοί -αναγκαστικά βαδίζουν στην άκρη του δρόμου. Αλλά ο ήρωάς μας είναι οπλισμένος με υπομονή. Βάλθηκε να τα καταφέρει και να μη χάσει το χιούμορ του, έστω κι αν καταστρέψει ρούχα και εμφάνιση. Και επιτέλους φτάνει στη ....
Αν έχεις την ατυχία να εργάζεσαι πλάι σε κάποιο πολυσύχναστο σταυροδρόμι της πόλης γίνεσαι αναπόφευκτα συχνός μάρτυρας τροχαίων ατυχημάτων. Αν μάλιστα το σταυροδρόμι έχει φανάρια που δεν λειτουργούν και στοπ που κρύβονται πίσω από φυλλωσιές παίρνεις γρήγορα "ντοκτορά". Παρακολουθώ τουλάχιστον πέντε ατυχήματα με υλικές ζημιές σε εβδομαδιαία βάση και κάποιες φορές υπάρχουν και μερικά με δικυκλιστές, που καταλήγουν στο νοσοκομείο. Παράξενο ομολογουμένως, να παρατηρείς εκ του σύνεγγυς τις "μικρές τραγωδίες" των άλλων. Στην αρχή συμπάσχεις. Μετά εξοικειώνεσαι. Κι αργότερα .. γίνονται κομμάτι της ρουτίνας σου. Κυνισμός; Όχι. Είναι κάτι αντίστοιχο με τις σκηνές βίας στην τηλεόραση, που κάποτε παύουν να σου κάνουν εντύπωση. Εν τούτοις, με απασχολεί συχνά η πρώτη αντίδραση των ανθρώπων που εμπλέκονται σε ένα τροχαίο ατύχημα. Ενδεικτική ίσως της γενικότερης θεώρησης μας για τα πράγματα. Ή της επιφάνειας μας, που λουστράρουμε για να κρύψουμε πίσω τις μικρότητες ή τις ανεπάρκειές μας. Έχει λοιπόν, ενδιαφέρον εκείνο το πρώτο λεπτό, που διαμεσολαβεί από την μία χαλαρή στιγμή, που οδηγείς απορροφημένος στη σκέψη σου, ή στην κουβέντα με τους συνεπιβάτες σου ή στην μουσική του ραδιοφώνου μέχρι ... να ακουστεί ο θόρυβος μίας σύγκρουσης, που θα σημάνει την αλλαγή διάθεσης. Το καθοριστικό λεπτό για να επιστρατεύσεις τις άμυνές σου ή τις στρατηγικές σου στην διαχείριση κρίσεων. Ο Μίμης Ανδρουλάκης προ ετών σε ένα άρθρο του επέμενε ότι στην Ελλάδα στερούμαστε αντανακλαστικών σ' αυτόν ακριβώς τον τομέα. Μιλούσε βέβαια για κρίσεις στο πολιτικό στερέωμα, αλλά, όσοι γνωρίζουν καλύτερα την ψυχοσύνθεση του μέσου έλληνα, ίσως και να το γενίκευαν. Παρακολουθώ την ομοιότητα των αντιδράσεων όσων εμπλέκονται στα τροχαία ατυχήματα. Το πρώτο κιόλας λεπτό κυριεύονται από θυμό. Θυμώνουν γιατί ανατράπηκε η μέρα τους, το πρόγραμμά τους και ο χρόνος μετάβασης στον προορισμό τους. Θυμώνουν επίσης γιατί θεωρούν (αυτονόητα) πως δεν έφταιγαν. Ακόμη και στις πιο οφθαλμοφανείς περιπτώσεις παραβίασης προτεραιότητας ή επιθετικής οδήγησης ο φταίχτης αδυνατεί να παραδεχτεί το λάθος του. Και ανοίγει την πόρτα του αυτοκινήτου του -μαινόμενος ήδη- έτοιμος να αντιπαρατεθεί με το απέναντι "στρατόπεδο". Είναι σχεδόν ασύλληπτο πως άνθρωποι διαφορετικής κουλτούρας και νοοτροπίας συμπεριφέρονται με τον ίδιο λυσσώδη τρόπο όταν εμπλακούν σε ένα τροχαίο. Κοκορομαχίες και συμπλοκές....
Η Λίζα κι ο άντρας της εργάζονταν στο World Trade Center. Με το Λιζάκι μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά. Όχι στον Μανχάταν. Στην Ελλάδα. Παίξαμε τα ίδια παιχνίδια, μοιραστήκαμε τις ίδιες κρυψώνες, διαβάσαμε τα ίδια βιβλία. Συνομήλικες και αυτοκόλλητες". Μετά η καθεμιά κυνήγησε το δικό της όνειρο. Της Λίζας είχε υπερατλαντικό προορισμό. Το δικό μου παρέμεινε εγχώριο. Και οι δυο μας πάντως λοξοδρομήσαμε από την παλιά γειτονιά. Συναντιόμασταν εκεί μόνο κάποια καλοκαίρια. Και τους χειμώνες -με την πιεστική ανάγκη των ανθρώπων που ξέκοψαν από τις παιδικές αναμνήσεις- αλληλογραφούσαμε αρημανίως. Την τελευταία διετία η Λίζα είχε αναλάβει ηγετική θέση σε μία φαρμακευτική εταιρία. Μου έγραψε ένα ενθουσιώδες γράμμα για τη θέα από το νέο της γραφείο. Δεν θυμόμουν τον όροφο. Αλλά όταν το διάβασα μου ξέφυγε ένα σφύριγμα. Δυσθεώρητο ύψος. - Καλά βρε θηρίο, τι βλέπεις από κει; ρωτούσα στο επόμενο γράμμα μου. - Ουρανό, απάντησε. Και ο ουρανός εδώ είναι ακριβοθώρητος. Την σκεφτόμουν σε κάτι ώρες άσχετες. Όχι σώνει και καλά όταν είχα νέα της. Περισσότερο την σκεφτόμουν όταν με έπιανε η νοσταλγία για τα χρόνια της αθωότητας. Μερικές φορές μάλιστα έκανα να σηκώσω το ακουστικό και να την πάρω τηλέφωνο. Μετά συνειδητοποιούσα την διαφορά ώρας και το κατέβαζα. Δεν ήμουν ποτέ καλή στους υπολογισμούς αυτούς. Τελικά -πως τα κατάφερα;- πάντοτε έπνιγα τον αυθορμητισμό και στα τόσα χρόνια που έλειπε δεν την πήρα ποτέ τηλέφωνο. Παραπονιόταν συχνά βέβαια αλλά που να εξηγείς ότι και το τηλέφωνο για μερικούς είναι παρορμητισμός. Κι αν του αρχίσεις τους λογαριασμούς και τις πολλές σκέψεις, ξεφτίζει και χαλάει. Το e-mail κάλυψε τα κενά μας. Επικοινωνούσαμε τακτικότερα πια. Δυο τρεις μέρες πριν μου 'χε στείλει φωτογραφίες της κόρης της στην πισίνα. Μου 'γραφε συχνά για την ¨μοναξιά της Αμερικής" (πως το λέει ο Νιόνιος;). -Θέλεις 10 ολόκληρα λεπτά για να κλείσεις την πόρτα σου. Δέκα πολύτιμα λεπτά από τη ζωή σου κάθε φορά για να μπεις και να βγεις στο σπίτι σου. Κλειδαριές, συναγερμοί και κόντρα κλειδαριές, έγραφε. Και κάθε φορά νοσταλγώ την γειτονιά μας με τις ορθάνοιχτες εξώπορτες, κατέληγε. Εκείνο το μεσημέρι της 11ης Σεπτεμβρίου στάθηκα παγωμένη μπροστά στην οθόνη μου. Παγωμένοι κι οι άλλοι γύρω μου. Αλλά εγώ δεν σκεφτόμουν τα νέα κεφάλαια του μέλλοντός μας. Ούτε τα άγνωστα θύματα που δεν ήταν δικοί μου νεκροί. Τη Λίζα σκεφτόμουν. Με τον πανικό ….
Σεπτέμβρης ή τρυγητής και μεθυστής.Όνομα και πράγμα που λένε! Παλιότερα τέτοια εποχή στα αμπέλια του νησιού υπήρχε μια βουήζουσα ζωντάνια που έδινε τον τόνο προς όλες τις κατευθύνσεις. Η χαρά της απολαβής κόπων διαρκείας κάλυπτε την κούραση της χειρωνακτικής εργασίας. Οι άνθρωποι δούλευαν αλλά παράλληλα μιλούσαν, γελούσαν, φλέρταραν, χαιρόντουσαν εν τέλει την διαδικασία απολαβής των καρπών της μάνας Γης. Ο τρύγος και το πατητήρι άφηναν ένα άρωμα μέθης στην ατμόσφαιρα. Τα αμπέλια ήταν πολλά αλλά κατά κανόνα ο τρύγος ήταν ευκαιρία μάζωξης αφού φίλοι, συγγενείς, χωριανοί κτλ. δρούσαν συλλογικά. Τα πατητήρια ήταν ... πατητήρια και όχι μηχανές. Ανθρώπινα πόδια -και συνήθως πολλά- έπρεπε να ζουλήξουν τον καρπό που θα δώσει το μούστο. Φίλοι και συγγενείς ήταν αυτονόητο πως θα κληθούν για την δουλειά αλλά και για το σχετικό γλέντι. Οι ίδιοι, στο σύνολο τους, είχαν την έγνοια, όταν ερχόταν η ώρα, για να ανάψει το καζάνι της τσικουδιάς, να δοκιμάσουν τον μούστο στου Αη Γιώργη του Μεθυστή, το Νοέμβρη, στην επόμενη γιορταστική σύναξη… Μέρες του Σεπτέμβρη και σήμερα και τα σταφύλια περιμένουν τους τρυγητάδες. Μια αίσθηση γενικευμένης κούρασης υπάρχει στην ατμόσφαιρα. Λίγο η κρίση κι οι σκοτούρες της, λίγο η μηχανοποιημένη διαδικασία της οινοποίησης και στο βάθος ντεκόρ η εθνική κατάθλιψη που μας στέρησε τα γλέντια και την όρεξη. Ο τρύγος γίνεται κάπου στο περιθώριο άλλων δραστηριοτήτων. Το «πάτημα» είναι πλέον ένα "άλεσμα μηχανής" και μπορούμε να το κάνουμε χωρίς παρέα… Και έτσι εκείνο το μεθυστικό άρωμα της διαδρομής από το αμπέλι μέχρι το ποτήρι μας, ήδη το κρασί μας το 'χασε ...
Έχουμε μόνιμα και εσφαλμένα την εντύπωση πως η ζωή μας είναι μία αυτονόητη κατάκτηση και τα μύρια όσα δυσάρεστα, συμβαίνουν απλά ... στους άλλους. Ο Μανώλης θύμισε σε όλους μας σήμερα με τον πιο άγριο τρόπο, πόσο ουτοπική είναι αυτή η σκέψη. Η είδηση που πήραμε από την Τροχαία μιλούσε για ένα ακόμη ατύχημα στον περιβόητο δρόμο του Σκαλανίου. Πριν δέκα χρόνια ακριβώς δύο ακόμη δικοί μας άνθρωποι, μας έκαναν να καρδιοχτυπήσουμε δυνατά με ένα τροχαίο που είχαν εκεί. Ο δρόμος παρελήφθη, δόθηκε σε κυκλοφορία, μόνο που οι τελικές διευθετήσεις του δέκα χρόνια τώρα ... λείπουν. Υπάρχουν σημεία που το οδόστρωμα είναι χαμηλότερο από τις ίδιες τις διαμορφώσεις απορροής των ομβρίων κι αυτό γιατί η τελευταία στρώση ασφαλτοτάπητα ... ξεχάστηκε εντελώς. Αυτά όμως είναι ζητήματα της ... επόμενης μέρας. Πίνακας του Μανώλη Αποστολάκη Ας γυρίσουμε στην σημερινή. Η είδηση λοιπόν έλεγε "σύγκρουση αυτοκινήτου με μηχανή, ένας τραυματίας". Η νέα γλώσσα που διέπει τα αστυνομικά δελτία και την οποία άθελά μας ενστερνιζόμαστε και αναπαράγουμε, δεν αφήνει περιθώρια για συναισθηματισμούς. Είναι ψυχρή κι απρόσωπη, όπως ακριβώς κι η επικαιρότητα στις γκρίζες μέρες που ζούμε. Το τηλεφώνημα που ακολούθησε μας τάραξε όλους. Ένας ακροατής του Ράδιο Κρήτη μας ενημέρωσε πως αυτός ο τραυματίας ήταν ο δικός μας συνάδερφος, ο Μανώλης ο Δερμιτζάκης. Είναι δύσκολο να περιγράψει κάποιος πως αλλάζουν οι διαστάσεις ενός τροχαίου που έμαθες ή άκουσες, όταν το θύμα του είναι ο άνθρωπος που συναντάς καθημερινά τις τελευταίες δεκαετίες στο χώρο της δουλειάς σου. Κι ακόμη δυσκολότερο όταν πριν λίγο μόλις αστειευόσουν μαζί του και του ευχόσουν "Καλό σαββατοκύριακο". Το Σαββατοκύριακο του δικού μας Μανώλη προβλέπεται δύσκολο. Νοσηλεύεται διασωληνωμένος στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο κι ελπίζουμε όλοι πως οι ευχές μας και η πεισματάρικη κράση του θα αποδειχτούν σωτήρια όπλα στη μάχη που δίνει. Η σκέψη μας κι οι προσευχές των δικών του ανθρώπων ας τον βοηθήσουν να γυρίσει κοντά μας σύντομα. Μ.Κ.